Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Μια πόλη βγαλμένη απ' τα παραμύθια με εφιαλτικό τέλος...

Το ντοκιμαντέρ "Σμύρνη: Η καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης" της Μαρίας Ηλιού είναι εξαιρετικό. Γεμάτο εικόνες από εκείνη την εποχή -το αρχειακό υλικό συγκλονίζει με τις δραματικές στιγμές μίας σκοτεινής σελίδας της σύγχρονης Ιστορίας- μαρτυρίες από επιζώντες και συγγενείς αυτών, τοποθετήσεις ιστορικών και ανθρωπολόγων, λεπτομέρειες και γεγονότα που δεν είναι γνωστά και μία πλευρά της Ιστορίας που έπαιξε δραματικό ρόλο, η διπλωματία.
Η ζωή στη Σμύρνη ήταν διαφορετική από κάθε άλλη πόλη, όχι μόνο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και του υπόλοιπου κόσμου. Ο κοσμοπολίτικος χαρακτήρας της, η συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών εθνικοτήτων, θρησκευμάτων και παραδόσεων υπό ένα πρίσμα σεβασμού, κατανόησης και φιλίας δημιουργούσε μια πόλη που όμοιά της δεν συναντούσες εύκολα. Οι Οθωμανοί τη χαρακτήριζαν "άπιστη", καθώς οι μουσουλμάνοι ήταν μειονότητα σε σχέση με τους χριστιανούς, Έλληνες κι Αρμένιους. Ήταν ένας επίγειος παράδεισος, ανθούσε η οικονομία, το εμπόριο, η μόρφωση, οι άνθρωποι ήταν πιο ανοιχτόμυαλοι και κοινωνικοί,πιο ανεκτικοί στο διαφορετικό. Ήταν ευτυχισμένοι.
Στην υπόλοιπη επικράτεια τα πράγματα ήταν διαφορετικά, οι Έλληνες και οι άλλοι ξένοι υπήκοοι περνούσαν δύσκολα, ήταν ο εύκολος στόχος στον αγώνα των εθνικιστών για μία "Τουρκία για τους Τούρκους".
Η Ιστορία, ή μάλλον οι πολιτικοί της Ιστορίας των αρχών του 20ου αιώνα, αποφάσισαν τη μοίρα της πολυπόθητης Σμύρνης. Βλέπετε, ήταν το σημαντικότερο λιμάνι της Ανατολικής Μεσογείου, ένωνε Ανατολή κι Ευρώπη, αλλά και Δύση γενικότερα. Ήταν τότε που ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε την "Μεγάλη Ιδέα" και στη συνάντηση των "ειρηνοποιών" στο Λονδίνο έπεισε τους παριστάμενους να του δώσουν για πέντε χρόνια τη διοίκηση της Σμύρνης κι έπειτα, με ένα δημοψήφισμα θα αποφασιζόταν αν θα μπορούσε να προσαρτηθεί η περιοχή στην Ελλάδα. Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελαν κάτι τέτοιο, απλώς προτίμησαν το Βενιζέλο και την Ελλάδα από την Ιταλία που είχε τις ίδιες βλέψεις και ήταν πιο επικίνδυνη.
Ο Βενιζέλος, όμως, θα χάσει τις εκλογές, τα στρατεύματα βέβαια, θα έχουν ήδη αποβιβαστεί στην πόλη και ο βασιλιάς δεν θα τα αποσύρει, αντιθέτως ως αρχηγός του στρατού θα καθορίσει τις επόμενες κινήσεις.
Πόλεμος δεν θα κηρυχθεί ποτέ επίσημα, ο ελληνικός στρατός όμως θα μάχεται συνεχώς με τον τουρκικό αναγκάζοντας τον δεύτερο να οπισθοχωρεί στα βάθη της Ανατολίας. Υπάρχει, ωστόσο, μία λεπτομέρεια που οι Μεγάλες Δυνάμεις παρατήρησαν. Οι Τούρκοι μπορεί να υποχωρούσαν, αλλά επέμεναν κι επέστρεφαν κάθε φορά, δεν παραιτούνταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δώσουν εντολή να αποχωρήσουν συμμαχικά πλοία. Στο μεταξύ, ο ελληνικός στρατός αποφάσισε να γυρίσει στη Σμύρνη και για να προστατευθεί εφάρμοσε την επιχείρηση "καμένη γη", έκαιγαν τα πάντα από όπου κι αν πέρναγαν, χωριά, πόλεις, όπως τον Μπουρνόβα και τη Μαγνησία. Όλα στάχτες. Μία τουρκάλα μάρτυρας είπε πως ήταν στα αμπέλια όταν είδαν τη φωτιά στη Μαγνησία να καίει επί μέρες την πόλη, τα καλάθια με τα σταφύλια έβραζαν σαν μαρμελάδα από την υψηλή θερμοκρασία και δεν έμεινε τίποτε όρθιο.
Ο Κεμάλ ιδρύει το εθνικιστικό του κόμμα και μετά την είσοδο του τουρκικού ιππικού, πηγαίνει στη Σμύρνη να ανακοινώσει πως ο νέος διοικητής θα είναι ένας εθνικιστής που απεχθάνεται τους ξένους -το σημάδι που φόβισε τους κατοίκους. Ο νέος διοικητής καλεί τον Χρυσόστομο στο γραφείο του, ο Έλληνας Μητροπολίτης ως εκπρόσωπος της ελληνικής κοινότητας δέχεται να τον συναντήσει πιστεύοντας πως θα συζητήσουν τη νέα τάξη πραγμάτων. Η συνάντηση διαρκεί λιγότερο από μισή ώρα, ο Χρυσόστομος βγαίνει απ' το κτήριο και βλέπει τα τουρκικά στρατεύματα. Ο διοικητής βγαίνει στο μπαλκόνι και λέει: "αν αυτός ο άνθρωπος σας έκανε καλό, κάντε του καλό, αν σας έκανε κακό, κάντε του κακό". Οι Γάλλοι στρατιώτες που είναι παρόντες θέλουν να βοηθήσουν τον μητροπολίτη, ο στρατηγός τους όμως, τους διατάζει να μην ανακατευθούν, διότι θα φανεί πως είναι με το μέρος των Ελλήνων (τα συμφέροντα δεν πρέπει να κινδυνέψουν). Ο Χρυσόστομος δέχεται επίθεση από τον όχλο, τον σέρνουν σ' ένα στενό, του ξυρίζουν τα γένια, του βγάζουν τα μάτια και τον μαχαιρώνουν...
Από την εισβολή του τουρκικού ιππικού ο Αρμένιος ηλικιωμένος θυμάται τον πανικό των κατοίκων, οι οποίοι ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους. Εκείνος, μικρό παιδί, καθόταν πίσω από τα παντζούρια όταν άκουσε μία γυναίκα να φωνάζει και να τρέχει να ξεφύγει από τους στρατιώτες όταν ένας κατέβηκε από το άλογο, τη μαχαίρωσε, τη σκότωσε κι έφυγε. Λίγο αργότερα, κάποιος άλλος στρατιώτης ήρθε και πήρε το σώμα της. Δεν θα μπορέσει να συγκρατήσει το λυγμό στη θύμηση αυτής της αποτρόπαιης πράξης μπροστά στα παιδικά του μάτια.
Τη μέρα που ο στόλος έφευγε από το λιμάνι της Σμύρνης κανείς δεν ήξερε τί σήμαινε αυτό, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που ξέσπασαν οι φωτιές στην πόλη και οι άνθρωποι βρέθηκαν στην προκυμαία. Κάθε συμμαχικό πλοίο δεχόταν να επιβιβαστούν μόνο υπήκοοι της χώρας του, κανέναν άλλον. Η πόλη καιγόταν, η ελληνική κυβέρνηση δεν έστελνε βοήθεια, οι Έλληνες προσπαθούσαν να κρεμαστούν στα πλοία και οι Τούρκοι τους έριχναν καυτό νερό για να τους απομακρύνουν από αυτά.
Τα ουρλιαχτά ακούγονταν μέχρι μέσα στα πλοία. Ένας από τους καπετάνιους διέταξε την ορχήστρα να παίζει πολύ δυνατά πάρα πολύ χαρούμενα τραγούδια για να καλύπτουν τις φωνές. Κι η διαπίστωση που έκανε: ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ντροπή που ανήκω στο ανθρώπινο είδος.
Ένας Έλληνας, αφανής ήρωας της Ιστορίας, ανέλαβε δράση. Πήγε στη Μυτιλήνη και απαίτησε από την ελληνική κυβέρνηση να επιτάξει τα πλοία για να σπεύσουν σε βοήθεια των Ελλήνων.
Με αυτή την καθυστέρηση τα πλοία φτάνουν, αλλά οι Τούρκοι δεν τους επιτρέπουν να μπουν στο λιμάνι. Σύντομα, ευτυχώς, θα καταλάβουν πως αυτή η εκκένωση της πόλης θα έχει το επιθυμητό γι' αυτούς αποτέλεσμα. Στις βάρκες δεν χωράνε όλοι κι ας προσπαθούν να μπουν για να φτάσουν στο πλοίο -οι βαρκάρηδες τους χτυπούν με ρόπαλα για να τους απωθήσουν.
Νεαροί Τούρκοι πέφτουν στη θάλασσα και κόβουν δάχτυλα κι αυτιά από τα πτώματα για να πάρουν τα χρυσαφικά. Η Σμύρνη είναι πια ένα τεράστιο νεκροταφείο, ένα μνημείο μιας ζωής με ποιότητα και κοσμοπολίτικο αέρα που πια δεν υπάρχει. Ίσως δεν άντεξαν τόση αρμονία.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις, όπως τόνισαν οι ιστορικοί, αποφάσισαν να θυσιάσουν ανθρώπινες ζωές για χάρη των οικονομικών συμφερόντων και του κέρδους από μία συνεργασία με τον Κεμάλ.
Σ' αυτή την ιστορία κανείς δεν είναι άγγελος και κανείς διάβολος, οι εισβολείς, όποιας εθνικότητας κι αν ήταν κάθε φορά, σκόρπισαν τον θάνατο και όλεθρο, ξεχνώντας ότι παρέμεναν άνθρωποι.
Η Σμύρνη τιμωρήθηκε για αυτά που της έλειπαν, για την ξενοφοβία, τη μισαλλοδοξία, τον ρατσισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό, την αίσθηση ανωτερότητας έναντι στον υποκειμενικά κατώτερο, την επεκτατικότητα, αλλά κυρίως για κάτι που είχε, μία ζωή χωρίς παράπονα και έριδες, μια ζωή σύμπνοιας και συμπόρευσης του διαφορετικού. Οι Αμερικανοί που πήγαν στις αρχές του 20ου αιώνα ονόμασαν την περιοχή Παράδεισο, από άποψη ομορφιάς και τρόπου ζωής. Αλλά οι επίγειοι παράδεισοι δεν μπορούν να αντέξουν, όλοι θέλουν να μπουν, δεν χωρούν, όμως, όλοι. Γι' αυτό τους καταστρέφουν, ώστε να μην μπει κανείς.
Αν δεν έχετε δει αυτό το υπέροχο ντοκιμαντέρ φροντίστε να το κάνετε σύντομα. Θα μάθετε πολλά πράγματα για την Ιστορία-την αντικειμενική, όχι τα σχολικά "σφηνάκια" γνώσης- θα συγκινηθείτε, θα συνειδητοποιήσετε πως είμαστε ανεπίδεκτοι μαθήσεως επαναλαμβάνοντας πεισματικά τα λάθη του παρελθόντος και θα απορήσετε με πόση απανθρωπιά μπορεί κάποιος να φερθεί σε κάποιον άλλο άνθρωπο.
Οι εικόνες και τα πλάνα της εποχής, ένα ανεκτίμητης αξίας υλικό, θα σας συγκλονίσουν και θα σας δώσουν μια υπέροχη εικόνα για τη Σμύρνη στην εποχή της άνθησης της.
Αξίζει να το δείτε, είναι μία καλοδουλεμένη ταινία 91 λεπτών, άκρως ενδιαφέρουσα και βαθιά συνδεδεμένη με τη συλλογική μας μνήμη. (Παίζεται στην Ταινιοθήκη, το Μουσείο Μπενάκη και σε επιλεγμένους κινηματογράφους)
Τα λόγια του ηλικιωμένου Αρμένιου -που έζησε τον ξεριζωμό και την κτηνωδία- κλείνοντας ήταν: "μην χωρίζετε, να ζείτε μαζί, μην φοβάστε, μη μισείτε το διαφορετικό, η ποικιλία είναι που κάνει τη ζωή ωραία..."
Ένα μάθημα σπουδαίο: δεν είναι οι άνθρωποι που διαφέρουν, είναι που κάποιοι -για τους δικούς τους λόγους- τονίζουν τις διαφορές ως επικίνδυνες κι όχι ως ενδιαφέρουσες και γοητευτικές...

Υ.Γ. Αυτές τις συνέπειες επιφέρει ο θρησκευτικός φανατισμός, ο εθνικισμός, ο ρατσισμός, η έλλειψη κοινωνικής παιδείας κι ανθρωπισμού.

Σμύρνη: Η Καταστροφή μιας κοσμοπολίτικης πόλης, 1900-1922

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Όταν ο προβληματισμός γίνεται πρόβλημα...

"Να προβληματιστώ; -Μπααα...Πού να τρέχεις τώρα..."
Αυτό πριν μερικά χρόνια θα μπορούσε να σημαίνει ότι είσαι ένας φύσει αναίσθητος άνθρωπος, γαϊδούρι κανονικό δηλαδή, ο οποίος αρνείται να βάλει τον εγκέφαλό του σε διαδικασία σκέψης μην τυχόν και κάψει κανένα αναντικατάστατο εγκεφαλικό κύτταρο στην προσπάθεια.
Εν έτει 2012(που όπως όοοοολοι γνωρίζουμε σε λιγότερο από τρεις μήνες θα καταστραφεί ο κόσμος και είμαστε-δεν είμαστε ευαίσθητοι δεν θα έχει σημασία) το αν θα προβληματιστείς δεν είναι θέμα προς συζήτηση, γιατί είναι η καθημερινότητά σου. Είσαι προβληματισμένος σε σημείο που αρχίζεις να νιώθεις (αν δεν είσαι κιόλας) προβληματικός. Άρα η παραπάνω προτροπή είναι απαραίτητη. αλλά όχι και εφικτή.
Ένα σωρό θέματα που βομβαρδίζουν ανηλεώς το μυαλό σου με καταιγιστικό ρυθμό απαιτούν να τα διαχειριστείς. Πώς γίνεται αυτό; θα με ρωτήσεις εύλογα και θα αναρωτηθείς παράλληλα. Δεν ξέρω.
Ναι, ναι, δεν είναι και πολύ διαφωτιστική τοποθέτηση, αλλά τουλάχιστον είναι ειλικρινής.
Ξυπνάω το πρωί και νιώθω σαν ποδήλατο μετά από σύγκρουση με τριαξονική νταλίκα(έλα, δεν θέλω ειρωνείες για το άτοπο του πράγματος, αφού το ποδήλατο είναι άψυχο, δεν είναι αυτό το θέμα μας). Ακούω όλη την ημέρα γκρίνια για τα οικονομικά και δεν λέω πως άδικα συμβαίνει, απλώς όσο δίκιο κι αν έχουν, παραμένει γκρίνια. Ψάχνω αγγελίες για δουλειά και οι περισσότεροι σου το λένε κατάμουτρα πως σε θέλουν για απλήρωτο χαμαλίκι. Δεν ξέρουν αν και πότε θα σε πληρώσουν, υπάρχει πάντα μία μακρά δοκιμαστική περίοδος, έχουν απαιτήσεις από άποψη χρόνου και φόρτου εργασίας που δεν φαντάζεσαι και σου δηλώνουν πως είσαι πάρα πολύ τυχερός-η που σου κάνουν τη χάρη να τους δουλέψεις τζάμπα. Και πρόσεχε, αν δεν κάνεις αυτά που ζητούν, πάντα υπάρχει κάποιος άλλος που θα δεχτεί να τα κάνει επίσης τζάμπα.
Αρχίζεις να σκέφτεσαι πώς θα πληρώσεις τα εισιτήρια ή τις μηνιαίες κάρτες για τα μέσα μαζικής μεταφοράς, πώς θα πληρώσεις τον καφέ-χυμό-ποτό, ενώ θέλεις πάρα πολύ να βγεις να αλλάξεις παραστάσεις, να δεις τους φίλους σου, το έχεις ανάγκη. Μειώνεις ακόμη και έξοδα βασικών ειδών και πάλι δεν αρκεί. Οι λογαριασμοί τρέχουν, πράγματα που θα ήθελες να κάνεις, π.χ. να πας σε μία παράσταση, μία συναυλία, μία έκθεση, να ξεκινήσεις μαθήματα φωτογραφίας, μίας ξένης γλώσσας, κάτι τέλος πάντων, απλώς δεν μπορείς. Κι η ζωή σου αρχίζει να γίνεται κάπως σκοτεινή, άχρωμη και το χειρότερο, μίζερη. Μία μιζέρια που δεν έχεις καλοδεχτεί, ούτε την προσκάλεσες, αλλά ήρθε με το έτσι θέλω.
Το όνειρο να έχεις τη δουλειά σου και να νοικιάσεις το σπιτάκι σου, το δικό σου το σπιτάκι, το ολόδικό σου, εξανεμίζεται. Αρχίζεις να αρκείσαι σε μία δουλειά που θα πληρώνει τα απολύτως απαραίτητα, ώστε απλώς να μην επιβαρύνεις τους γονείς με τα προσωπικά σου έξοδα. Κι αυτό ακόμη ακατόρθωτο μοιάζει στην Ελλάδα της κρίσης. Μόνο που η κρίση έχει χτυπήσει μία μερίδα, γιατί δεν βλέπω να ευαισθητοποιείται ο επιχειρηματίας που συνεχίζει να χρεώνει ένα ποτήρι χυμό(κι ούτε καν φυσικό) γεμάτο παγάκια 4,30 ευρώ, επειδή τον σερβίρει στην Αποστόλου Παύλου, κάτω από την Ακρόπολη...
Τα νέα μέτρα είναι κάτι σαν ανέκδοτο, σε δύο μέρες έχουν γίνει παλιά κι έχουμε άλλα ολοκαίνουργια. Σαν να ζουν σε άλλο κόσμο, λες και δεν βλέπουν σε τί κατάσταση έχουμε περιέλθει όλοι κι είναι αλήθεια ν' απορείς πώς για κάτι ανύπαρκτο επί της ουσίας, όπως είναι το χρήμα, μία καθαρή ανθρώπινη επινόηση, καταφέρνουν να γίνονται οι ζωές μας κακόμοιρες και λίγες. Γιατί όταν σου αφαιρούν το δικαίωμα στην ανεμελιά και τις στιγμές απουσίας προβληματισμού τότε σου πετσοκόβουν τη ζωή.
Έχω, λοιπόν, παρατηρήσει ότι δεν υπάρχει στιγμή που να μην προβληματιζόμαστε για κάτι και δεν εννοώ "αστακό ή καραβίδες;", εννοώ τα δικά μας τα φυσιολογικά, τα μικρά, ακόμη και μικροαστικά προβλήματα της καθημερινότητας που πολλές φορές μοιάζουν δυσεπίλυτα. Το να μην μπορεί να αδειάσει το μυαλό σου την ώρα που πέφτεις για ύπνο είναι μαρτυρικό και αποτελεί μία σοβαρή ένδειξη ότι δεν είσαι απλώς προβληματισμένος, αλλά είσαι πολύ κοντά στο να γίνεις και προβληματικός. Ο ύπνος σου άλλωστε, μάλλον ως τέτοιος χαρακτηρίζεται.
Μαθαίνεις ξαφνικά ότι δικοί σου άνθρωποι μεταναστεύουν για να βρουν δουλειά και παθαίνεις σοκ, διότι όλα όσα άκουγες από τους παππούδες και τους γονείς σου, όσα διάβαζες στην Ιστορία, τα βλέπεις να συμβαίνουν στη γενιά σου, στους φίλους σου, στους συγγενείς και τους γνωστούς κι η απογοήτευση κι ο φόβος μεγαλώνουν -λες να 'ρθει κι η σειρά μου;
Γίνονται συζητήσεις και προκύπτουν διαπληκτισμοί για το ποιες πρέπει να είναι οι οικονομικές προτεραιότητες ενός ανθρώπου, διότι ουσιαστικά σου ζητούν να μείνεις κλεισμένος μέσα στο σπίτι, χωρίς να ανάβεις φώτα, θερμοσίφωνα, κουζίνα, να μην τρως, να μην πλένεσαι, να μην μιλάς με άνθρωπο, αν θες να πας βόλτα τότε να περπατήσεις με βροχή, χιόνι, καύσωνα χωρίς να έχεις την απαίτηση να κάτσεις να πιεις έστω ένα ποτήρι νερό και να μιλήσεις με τους φίλους σου και χωρίς να ξοδέψεις χρήματα σε εισιτήρια βεβαίως. Τώρα, οι πολυτέλειες να πάω μία εκδρομή, έστω μονοήμερη ή ένα ταξίδι για πενθήμερες διακοπές, είναι εξωφρενικές. Ευτυχώς που ακόμη επιτρέπεται ν' αναπνέουμε -τώρα για πόσο ακόμη δεν ξέρω.
Θέλεις να νιώσεις δημιουργικός και παραγωγικός άνθρωπος, να αποδείξεις ότι είσαι άξιος, αλλά κανείς δεν σε πληρώνει, τώρα αν σε πιστεύει δεν μπορώ να το πω με σιγουριά.
Και μέσα σ' όλα, έχουμε και τα πιο προσωπικά θέματα, που αν δεν πηγαίνουν καλά, όλα μοιάζουν χειρότερα, αν πηγαίνουν ωστόσο έχεις μία ελπίδα, γιατί μοιράζεται το βάρος, λες αφού είμαστε μαζί καλά είναι, αλλά πάντα υπάρχει η σκέψη πως θέλετε να κάνετε πράγματα μαζί που λόγω οικονομικών συνθηκών δεν μπορείτε.
Το κυριότερο για μένα είναι το να σε βασανίζει η ανησυχία για το πώς θα τα βγάλεις πέρα και να μην μπορείς να είσαι ανεξάρτητος, να έχεις τα δικά σου χρήματα και να μπορείς να διαχειριστείς τη ζωή σου τη στιγμή που έχεις και όρεξη και διάθεση για δουλειά -όχι δουλεία, μην μπερδευόμαστε.
Αυτός ο διαρκής προβληματισμός που ισοπεδώνει τα πάντα είναι που δεν αντέχω. Κάνει την ψυχολογία και τη διάθεσή μου ένα με το πάτωμα κι ακόμη κι όταν βλέπω τα πάντα αισιόδοξα, οι γύρω μου φροντίζουν να με προσγειώνουν απότομα κι ανώμαλα. Ναι, αυτό δεν αντέχω και δεν ανέχομαι να μου επιβάλλουν έναν αέναο κι ατελέσφορο προβληματισμό κάνοντας προβληματική τη ζωή μου.
Ε, όχι, προβληματικοί είναι όλοι όσοι το έκαναν αυτό, όχι εγώ! Ε, μα πια!
Προβληματισμός και στα μούτρα τους!(ανύπαρκτη ωριμότητα, αλλά είμαι απηυδισμένη)

Παρασκευή, 21 Σεπτεμβρίου 2012

Μερικές μέρες γεννούν τόσο ταλέντο...

Σαν σήμερα το 1934 γεννήθηκε ο Leonard Cohen, ένας από τους πιο πολυπράγμονες(ταλαντούχους σε όλους τους τομείς) και ιδιαίτερους καλλιτέχνες. Συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής, ποιητής, συγγραφέας, αλλά και ένα συνονθύλλευμα εθνικοτήτων από Ευρώπη και Αμερική που βγαίνει με έναν χαρακτηριστικό τρόπο σε κάθετί με το οποίο καταπιάνεται και δημιουργεί...
Και εδώ που τα λέμε, έχοντας ζήσει (τον έρωτά του με την Marianne C. Stang Jensen Ihlen, για την οποία γράφτηκε το So long Marianne) στην Ύδρα τη δεκαετία του '60, είναι κάπως πιο κοντά σ' εμάς, στον τρόπο ζωής, στο μεσογειακό μας ταπεραμέντο κι ερωτισμό. Τα ξέρει, άλλωστε, καλά.
Ας τον απολαύσουμε σε μία από τις εξαιρετικές του ερμηνείες για να του ευχηθούμε να τα εκαστοστήσει...

Leonard Cohen- In my secret life


Γιώργος Σεφέρης (29/2/1900-20/9/1971)

Παντούμ
Τ᾿ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ᾿ τον κρίκο του σκότους
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια.
Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ᾿ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τί θα σου μείνει και τί θα σ᾿ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ῾βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ῾βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.
Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τί να προσμένει να πέσει ἡ γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ᾿ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ ἀγγέλου εὐφροσύνη
τ᾿ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε νά ῾ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει τὸ κυνήγι
εἴταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ᾿ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φώς με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πώς έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά καὶ πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ᾿ εκείνους που έμειναν μ᾿ εκείνους που έφυγαν
μ᾿ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχεῖο.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους καὶ τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ᾿ ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ῾ρθεῖ, πως τον στολίζουν
μ᾿ άσπρα καὶ μαύρα ρούχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πώς ετοιμάζεται να ῾ρθεί να μ᾿ αποχαιρετήσει

ή μία γυναῖκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πώς ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ᾿ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Μα κάθε φορά...

Για έναν ανεξήγητο λόγο αυτό το τραγούδι με γεμίζει αισιοδοξία, χαρά, κέφι και εξαφανίζει τη μελαγχολία που κουβαλά η βροχή. Μπορεί να ευθύνεται η φωνή της Τάνιας Τσανακλίδου, η μουσική του Γιάννη Σπανού ή οι στίχοι του Τάκη Καρνάτσου. Δεν ξέρω και δεν έχει και μεγάλη σημασία.
Αλλά εγώ πάντα χαμογελώ και το χρειάζομαι επειγόντως όταν βρέχει για να μου διώξει το γκρίζο από την καρδιά και τη διάθεση.
Ακόμη κι όταν δεν βρέχει έξω...

Τάνια Τσανακλίδου- Κάθε φορά που θα'ρθεις βρέχει

Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Στη δίνη των καιρών και των γεγονότων...

Οι εξελίξεις πολλές φορές έχουν τέτοια ταχύτητα που μας προσπερνούν χωρίς καν να προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε. Αλλά ας μην γελιόμαστε, με τόσα ανοιχτά μέτωπα κι ένα μυαλό που προσπαθεί μάταια να αντεπεξέλθει στις απαιτήσεις τους είναι σχεδόν αδύνατο να μην χάσεις κάποιες λεπτομέρειες. Υπάρχει το αποτέλεσμα αυτού που δεν είναι άλλο από την απογοήτευση, τον αποπροσανατολισμό, την απώλεια της ελπίδας και του στόχου.
Ξαφνικά ο κόσμος γυρίζει πιο γρήγορα, αλλά και πιο αργά απ' όσο θα θέλαμε σε ορισμένες περιπτώσεις. Κι εμείς στεκόμαστε ζαλισμένοι περιμένοντας να δούμε τί θα συμβεί ή να πάρουμε μια ανάσα και να αποφασίσουμε προς τα πού να στραφούμε.
Πριν δύο χρόνια η Χρυσή(faux) (κρ)Αυγή ήταν στο περιθώριο και οι δράσεις της ήταν κατάπτυστες από την πλειοψηφία, αλλά οι περισσότεροι δεν γνώριζαν ούτε την ύπαρξή τους. Σήμερα είναι στη Βουλή, έχουν κάνει φαντασμαγορικά σόου σε τηλεοπτικά παράθυρα που θα ζήλευαν κι οι χολιγουντιανοί παραγωγοί στις ταινίες του Ρόκι(διαλέξτε αριθμό, όλοι ευπρόσδεκτοι), πηγαίνουν με τσαμπουκά και θρασύτητα σε λαϊκές αγορές, παζάρια και πανηγύρια(αυτό το τελευταίο τους ταιριάζει γάντι εδώ που τα λέμε) να ελέγξουν τα χαρτιά των αλλοδαπών μικροπωλητών για το κατά πόσον είναι νόμιμη. Με την ανοχή της ελληνικής αστυνομίας βεβαίως. Κι εδώ έρχομαι να απορήσω.
Την περασμένη εβδομάδα οι ένστολοι προέβησαν σε κινητοποιήσεις σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μείωση μισθών και συντάξεων, οι οποίες κατέληξαν στην πλατεία Συντάγματος και σε ένα θεατρικό δρώμενο, θα το χαρακτήριζα. Είχαν στήσει κρεμάλες και έβαζαν τα κεφάλια τους στις θηλιές. Οι εκπρόσωποι των κομμάτων είχαν στείλει υποστηρικτικές επιστολές και οι ένστολοι διαμαρτυρόμενοι αντέδρασαν με φοβερό ενθουσιασμό και θέρμη σ' αυτή της Χρυσής Αυγής. Έπεται αυτή των Ανεξάρτητων Ελλήνων, ενώ για τα υπόλοιπα κόμματα δεν υπήρξε καμία αντίδραση.
Δεν αντιλέγω ότι οι μισθοί τους είναι αστείοι, ότι διακινδυνεύουν καθημερινά τη σωματική τους ακεραιότητα, ωστόσο δεν μπορώ να δικαιολογήσω την υποστήριξη και ανοχή του συγκεκριμένου κόμματος.
Δεν παραβαίνουν τα καθήκοντα και τους κανονισμούς επιτρέποντας σε κάποιον βουλευτή ή μέλος κόμματος, εν ολίγοις απλό πολίτη, να κάνει έλεγχο στα επίσημα έγγραφα ενός άλλου πολίτη; Αντιποίηση αρχής θαρρώ λέγεται αυτό που έγινε σε Ραφήνα και Μεσολόγγι. Παρουσία αστυνομικού, ο οποίος μετά από εισαγγελική παρέμβαση και έλεγχο που διενεργήθηκε, τέθηκε σε διαθεσιμότητα.
Και δεν έφτανε μόνο αυτό, αλλά έσπασαν και τους πάγκους των μικροπωλητών καταστρέφοντας τα εμπορεύματά τους. Αυτό δεν θεωρείται ούτε βανδαλισμός ούτε βία;
Μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε ψύχραιμα και λογικά, γιατί εδώ και καιρό αρχίζουμε να θυμίζουμε ζούγκλα. Μόνο που εκεί είναι λίγο πιο ήρεμα τα πράγματα...
Η επικαιρότητα δεν μας αφήνει, βεβαίως, σε ησυχία ούτε δευτερόλεπτο. Σύνταξη στα 67 χρόνια(όχι εργασίας ακόμη, μόνο ζωής), νέα μέτρα, αύξηση στην τιμή των εισιτηρίων των ΜΜΜ, η ανεργία αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς, η εκμετάλλευση στην εργασία είναι καθημερινότητα και η εγκληματικότητα ξεπερνά κάθε προηγούμενο. Με τη διαφορά ότι μπορείς και να τη δεις και να την ονομάσεις. Δεν κρύβονται μονάχα πίσω από κουκούλες, τώρα πια βγαίνουν με το πρόσωπο και το ονοματεπώνυμό τους.
Στον τομέα της Υγείας τα πράγματα είναι θλιβερά, απογοητευτικά, αλλά κι εξοργιστικά. ΕΟΠΥΥ, φαρμακοποιοί και κυβέρνηση, ένας συνδυασμός που οδηγεί στην οικονομική αφαίμαξη και την οργή μια ολόκληρη χώρα.
Όσο για την Παιδεία και τον Πολιτισμό τί να πει κανείς;  Συζητήσεις επί συζητήσεων για το θέμα των φωνηέντων, για τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στα ελληνικά Πανεπιστήμια και πολλά ακόμη που συζητιούνται εδώ και χρόνια. Από την άλλη, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου ζει τις δικές του μέρες της κρίσης. Ο Γιώργος Λούκος που έκανε το Φεστιβάλ αυτό που είναι σήμερα, ώστε να το γνωρίζουμε, να έχει αξιόλογες παραστάσεις και αξιοσημείωτη προσέλευση κοινού, αλλά και διεθνή αναγνώριση, βρίσκεται εν αναμονή των αποφάσεων της κυβέρνησης για το αν θα ανανεωθεί η θητεία του ή θα τεθεί άλλος στη θέση του προέδρου. Καλλιτέχνες και θεατές ξεκίνησαν τη συγκέντρωση υπογραφών για τη συνέχιση της θητείας του Γ. Λούκου. Ελπίζω αυτή τη φορά να νικήσει το ταλέντο, το έργο και η αξιοκρατία σε μια χώρα που τα απαιτεί, αλλά δεν τα εκτιμά και δεν τα επιβραβεύει.
Και κάπου μέσα σ' όλα αυτά πρέπει να βρεις το σημαντικό, το ουσιώδες και το δικό σου κομμάτι. Δύσκολο που μοιάζει ώρες-ώρες να ζεις σ' αυτόν το κόσμο και να πρέπει να τον κατανοήσεις.

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

Το χαμόγελο που σου χαρίζουν και μοιράζεσαι...

Περίμενα τη Δευτέρα με κάποια αμφιθυμία, δεν ήμουν πολύ σίγουρη αν ήταν χαρά, ανησυχία, άγχος, μια ελαφρά αγωνία ή ανυπομονησία για το πώς θα μου φανεί. Ξύπνησα, λοιπόν, πρωί-πρωί ετοιμάστηκα και ξεκίνησα για τη συνάντηση. Ευτυχώς, το λεωφορείο ήρθε γρήγορα και ανέπνεες επαρκώς χωρίς να φοβάσαι ότι η ασφυξία παραμονεύει στο επόμενο φανάρι. Ο οδηγός βέβαια, είχε τάσεις Σουμάχερ, εκτός αν κάτι του προκάλεσε τέτοια ένταση και εκνευρισμό που αποφάσισε να ξεσπάσει στο τιμόνι του αστικού μας -σπάνιου σαν πολύτιμος λίθος- λεωφορείου και κατ' επέκταση, σ' εμάς τους έρμους!
Παρόλα αυτά, έφτασα σώα στο μετρό, μπήκα στο συρμό και μετά από λίγα λεπτά κατέβηκα στο Σύνταγμα, χαμογέλασα ξέροντας ότι είχα φτάσει κιόλας και μάλιστα μία ολόκληρη ώρα νωρίτερα!
Ανέβαινα τις σκάλες έχοντας ένα ανήσυχο διερευνητικό βλέμμα για το χώρο που είχα επισκεφθεί σε τόσες εμπορικές και φιλανθρωπικές εκθέσεις, αλλά σήμερα ήταν αλλιώς.
Μέχρι να φτάσω παρατηρούσα -όσο μου επέτρεπε το οπτικό πεδίο- τί υπάρχει και τους ανθρώπους. Μία ευγενική κοπέλα μού χαμογέλασε, με καλημέρισε και της είπα τί ζητάω, ή μάλλον, ποια ζητάω. Μια ξανθιά χαμογελαστή μεσήλικη κυρία, που δήλωνε με περηφάνια ότι είναι γιαγιά, ήταν η ομαδάρχισσα. Όχι δεν πρόκειται για κατασκήνωση, υπομονή.
Μου σύστησε επίσημα την κοπέλα, η οποία με ενημέρωσε για όλα όσα πρέπει να γνωρίζω κι αμέσως άρχισα δουλειά, μία ώρα πριν τη βάρδιά μου! Κόσμος ερχόταν, έφευγε, δεν ήταν πολλοί είναι η αλήθεια κι αυτό είναι κρίμα, διότι το ενοίκιο για την αίθουσα είναι πάρα πολύ ακριβό και σκοπός είναι να υπάρξει κέρδος για να πάει στον σύλλογο και στα παιδιά του.
Πέρασα τέσσερις ολόκληρες ώρες όρθια πηγαίνοντας από τη μία πλευρά στην άλλη αστραπιαία, κάνοντας αυτά που έπρεπε και χαμογελώντας ειλικρινά και ευγενικά στους ανθρώπους που κοίταζαν τους πάγκους με τα σχολικά και όχι μόνο είδη. Εξηγούσα, επαναλάμβανα, άρχισε να με πονά τρομερά η μέση και τα πόδια μου, αλλά ένιωθα πολύ χαρούμενη, πολύ...ζωντανή!
Πέρα από το ότι βοηθούσα σε κάτι που πιστεύω και θαυμάζω απεριόριστα, ένιωθα εντελώς εγωιστικά κι εντελώς προσωπικά, χρήσιμη.
Η κυρία Μαίρη, η ομαδάρχισσα, με φώναξε λίγο πιο πέρα και ψιθυριστά μου είπε να πάω σε ένα συγκεκριμένο πόστο, γιατί γίνονται πολλά λάθη και πρέπει να πάω να βοηθήσω για να διορθωθεί το πρόβλημα. Ένιωσα ικανοποίηση και την αυτοπεποίθησή μου να ανεβαίνει αυτοστιγμεί! Μέσα σε λιγότερο από μία ώρα, εγώ το "ψαράκι" που συμμετείχα για πρώτη φορά σε κάτι τέτοιο, είχα ήδη αρχίσει να θεωρούμαι πολύ χρήσιμη και αποτελεσματική σ' αυτό που είχα αναλάβει. Ήταν κάτι που το χρειαζόμουν, γι' αυτό μάλλον, πέρα από το ουσιαστικό έργο που παράγεται, θέλησα να συμμετάσχω, γι' αυτή την αίσθηση εμπιστοσύνης στον εαυτό μου.
Την οποία εδώ και λίγο καιρό αναζητώ απεγνωσμένα. Λίγο, η απογοήτευση από το μεγάλο και διπλό επαγγελματικό φιάσκο του καλοκαιριού, λίγο η απουσία εργασίας στον ορίζοντα, λίγο που ό,τι υπάρχει (όταν αυτό -ω του θαύματος- συμβεί) δεν με ενδιαφέρει ούτε κατ' ελάχιστο, διότι και δεν πληρώνει και σου ζητάει τα πλέον παράλογα των παραλόγων, δεν θέλει πολύ ο νέος και άνεργος άνθρωπος. Ας μην γελιόμαστε. Το να βρίσκεσαι στην πιο παραγωγική και γόνιμη φάση της ζωής σου με όνειρα, διάθεση και όρεξη και να μένεις άπραγος δεν είναι ωραίο πράγμα και αρχίζει να κλονίζει την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησή σου. Ό,τι χειρότερο δηλαδή όταν ψάχνεις να βρεις μία ελπίδα.
Ας επιστρέψω όμως. Η ώρα πήγε μία το μεσημέρι, είχα ενημερώσει τις νέες εθελόντριες που θα ξεκινούσαν τη βάρδιά τους, μία αρμοδιότητα που μου έδωσε η ομαδάρχισσα μας και δέκα λεπτά αργότερα έφυγα με μέση και πόδια να πονούν, αλλά πιο ανάλαφρη από όσο θυμάμαι να ένιωσα εδώ και πολλές μέρες.
Έκανα μία βόλτα στην Πλάκα, έφαγα παγωτό, με αμείωτο πόνο, αλλά είχα την ανάγκη να χαρώ τον ήλιο, να χαμογελάσω, έτσι, χωρίς λόγο. Συνάντησα έναν αγαπημένο γνώριμο σ' αυτά τα μέρη που μήνες τώρα τα βλέπει τα πράγματα όλο και πιο μαύρα όπως λέει και προσπαθώντας να παρηγορήσει και να δώσει αισιοδοξία ο ένας στον άλλο, μάλλον στα ίδια μείναμε.
Λίγη ώρα αργότερα στην επιστροφή έρχεται ένα μήνυμα-πρόσκληση για καφέ. Γέλασα, απάντησα θετικά, ξεκουράστηκα για μισή ωρίτσα και μετά, ξανά στους δρόμους!
Χάρηκα που τον είδα τον γλυκούλη-τρελούλη, τα είπαμε, συμφωνήσαμε, διαφωνήσαμε, φτάσαμε σ' εκείνο το σημείο που επαναλαμβάνεις κλισέ γιατί δεν έχεις κάτι να πεις, το διακωμωδήσαμε, μιλήσαμε σοβαρά, κάναμε πλάκα, προσπαθήσαμε να μάθουμε και να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο, ξαφνιαστήκαμε και χωριστήκαμε σχεδόν 4 ώρες μετά λέγοντας απολύτως ειλικρινά "χάρηκα πολύ που σε είδα".
Τελικά, το Χαμόγελο του Παιδιού δίνει το χαμόγελο που χρειαζόμαστε όλοι. Εμένα μου χάρισε ένα πολύ όμορφο και δημιουργικό πρωινό κι ας πονάω ολόκληρη(εκτίμησα βαθύτατα τους ανθρώπους που αναγκάζονται καθημερινά λόγω δουλειάς να κάνουν τέτοια ορθοστασία), λίγη από την αυτοπεποίθηση και την αυτοεκτίμησή μου, επιβεβαίωση των ικανοτήτων μου, νέες γνωριμίες, χαμόγελα και αντοχή και κέφι να αποδεχτώ την πολύ ωραία πρόσκληση και να περάσω ένα πολύ ευχάριστο βράδυ Δευτέρας γνωρίζοντας λίγο καλύτερα έναν καινούργιο φίλο.

Το Χαμόγελο μας χρειάζεται όλους, γι' αυτό μέχρι την Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου επισκεφθείτε το bazaar σχολικών στο σταθμό του μετρό Συντάγματος και αγοράστε τα σχολικά των παιδιών σας ή των αγαπημένων σας πιτσιρικιών, αλλά και στυλό, πετσέτες, σημειωματάρια και αξεσουάρ για εσάς ενισχύοντας το έργο του συλλόγου.
Γιατί το χαμόγελο δεν πρέπει να σβήσει ποτέ -κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Τί πάθος, αλήθεια...

Ένα τραγούδι που το είχα ξεχάσει -κι ευτυχώς μου το θύμισαν- μιλώντας για ένα πάθος πρωτόφαντο και μαγικό, ντυμένο με υπέροχη, αισθαντική και ταξιδιάρα μελωδία.
Οι ερωτικοί και λυρικοί στίχοι, καθώς και η μελωδία, ανήκουν στον Δημήτρη Λάγιο.
Σαν κάτι παλιό, μυστηριώδες, ερχόμενο από τα βάθη του χρόνου, της μνήμης, της καρδιάς και των ονείρων που μόλις το ξανασυναντάς έχεις το ίδιο αίσθημα, σαν να ήταν πάντα εκεί κι ας μην το είχες καταλάβει. Γιατί πάντα μπορεί να εκπλήσσεσαι με τους άλλους, με τον εαυτό σου, με την αλληλεπίδραση των δύο, με το μεγαλείο του συναισθήματος και την ίδια την πραγματικότητα.
Τί πάθος...!


Γιώργος Νταλάρας- Τί παθος

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Αυτή η ποίηση, η πολύ συγκεκριμένη...

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ

λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

Τίτος Πατρίκιος "Αντικριστοί Καθρέφτες"

Άτιτλο (Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις...)
VI
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα 'πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω,
αν σ' αγγίζω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ' αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ' αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ' αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι –
θ' αναγνωρίσεις τ' άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
θα βρεις τις πατησιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω –
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II [1953-1959] (Εκδόσεις Κέδρος, 1998)


Όταν κοπάζει ο θόρυβος
Για το ψωμί, το δίκιο, την αλήθεια, ίσως και να μη φτάνει μια ζωή.
Μα τη ζωή μου την ένιωσα ζωή μες στον αγώνα, αδέλφια.
Και για να μάθω να μιλώ, όταν ο τρόμος τα στόματα βουβαίνει
Να μάθω να ανορθώνομαι, όταν θεριεύει ο θάνατος
Για να μπορώ τα ίδια τα λάθη μας να αντέχω
πόσες αδυναμίες έπρεπε να κατανικήσω,
με πόσες πρέπει κάθε στιγμή να αντιπαλεύω.
Όμως μονάχα τούτη την αδυναμία, συγχωρήστε μου,
όταν κοπάζει ο θόρυβος και μένω μοναχός με ένα μου αγαπημένο πρόσωπο
για την αγάπη του που ολόκληρος διψάω δεν μπορώ ν' αγωνιστώ.
Αν την επιδιώξω τη χάνω.
Αν τη διεκδικήσω τη σκοτώνω.
Αδέλφια μου συγχωρήστε με, μα η αγάπη που πιο βαθιά γυρεύω, πρέπει να μου δοθεί μονάχη.

Τίτος Πατρίκιος
Από τη συλλογή "Μαθητεία ξανά" (1991)

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Του Παλατιού η πυρκαγιά (του Γ. Σουρή)

Φασουλής και Περικλέτος,
ο καθένας νέτος σκέτος
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ούφ! άφησε με, Περικλή, και σού῾χω μία λύπη!

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και για ποιό λόγο, βρε κουτέ; εσένα τί σου λείπει;
έχεις τα παραδάκια σου, έχεις κι εμένα φίλο,
πηγαίνεις και στο Φάληρο, τρώς κάποτε και ξύλο...
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μα δεν αφίνεις, Περικλή αυτά τα χωρατά σου,
δεν έρχεσαι για μία στιγμή καὶ λίγο στα σωστά σου;
Εδώ ο κόσμος καίεται...
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί καίεται, βρέ, πάλι;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Νάτα! λοιπόν στην πυρκαγιά δεν ήσουν την μεγάλη;
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ποια πυρκαγιά;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Του Παλατιού.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εκάη το Παλάτι;
Πάλι σε τρώει, φαίνεται, η έρημή σου πλάτη.
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μα πώς, μωρέ; στην πίστη σου δεν πήρες συ χαμπάρι;
Εδώ ο κόσμος σύσσωμος σηκώθη στο ποδάρι
και έτρεχε ξεσκούφωτος στο ντάλα μεσημέρι,
και όλοι εβαστούσανε κι έναν κουβά στο χέρι.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Πάλι τα ίδια μ᾿ άρχισες και θα σε μπαγκλαρώσω.
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βρε άφησέ με μία μικρή ἰδέα να σου δώσω
γι᾿ αυτό το φοβερό κακό, που πάλι μας συνέβη,
γιατί ἐμένα άρχισε ο νους μου να σαλεύει.
Άκου λοιπόν.... εφύσαγε ένα μελτέμι πρώτης,
όταν ἐμπρός μου πέρασε δρομαίος στρατιώτης.
Γειά σου του λέω, αδελφέ, μα στάσου καὶ κομμάτι,
πολλά τα έτη μ᾿ απαντά .... φωτιά εἰς το Παλάτι!
Τότε κι εγώ, βρε Περικλή, διόλου καιρό δεν χάνω,
το βάζω εἰς τα τέσσερα καὶ στο παλάτι φθάνω,
και τί να δω, βρὲ μάτια μου;....σπίθες, καπνό, φαντάρους,
και τον Τρικούπη στὴ σκεπή μὲ δυο ψηλούς κολλάρους,
και να σου πω, βρε Περικλή, τον θαύμασα στ᾿ αλήθεια...
Είναι ο μόνος άνθρωπος, που'χει ζωή στα στήθια.
Μπορεί και τον Κουταλιανό ολάκερο να φάει.
Αυτός δεν είναι άνθρωπος, αυτός καὶ που δεν πάει;
στις πυρκαγιές, στα δάνεια, στις Τράχωνες, στα δάση
στους φόρους, στους προβιβασμούς κι όπου αλλού προφθάσει.
Προφθαίνει και στο θέατρο ακόμη του Φαλήρου....
Αυτός είν᾿ άνδρας του πυρός, καθώς καὶ του σιδήρου,
γιατί σε τούτο τον καιρό όλ᾿ η Ελλάς ανάβει,
και δεν μπορεί κανείς γιατί καὶ πώς να καταλάβει.
Αλλ᾿ ας αφήσουμε αυτόν κι ας έλθουμε καΙ πάλι
στη φοβερή την πυρκαγιά καὶ την ανεμοζάλη.
Λοιπόν κοντά στον Πρόεδρο στεκόταν ο Μαμούρης,
εις τον Μαμούρη δε κοντά στεκόταν ο Μπουντούρης,
εις τον Μπουντούρη δε κοντὰ στεκότανε ὁ Σούτσος,
και εις τον Σοῦτσο δε κοντὰ στεκότανε ένας μούτσος,
και εις τον μούτσο δε κοντὰ στεκότανε ο Λέλης,
και εις τον Λέλη δε κοντὰ στεκόταν ο Γουβέλης,
και στο Γουβέλη δε κοντὰ στεκότανε ο Λάγγες,
και εις τον Λάγγες δε κοντά, ένα φουσάτο μάγγες,
και εις τους μάγγες δε κοντά καμπόσοι λωποδύτες,
και πυροσβέστες άπειροι ἀπάνω στὶς σοφίτες,
και ο Πηνειός, ο Τσέρνοβιτς, ο Σέκερης, ο Πάλλης,
ακόμη κι ο Γενήσαρλης, ο Λάμπρος ο Μιχάλης,
και με το σκύλο του μαζί ο Φών Κολοκοτρώνης,
ο Γιώργης της Δημήτραινας κι ο Σπύρος ο Πομόνης...

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και τέλος τί απέγινε;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Τί ήθελες να γίνει
μέσα σε τέτοιο φλογερό και άσβεστο καμίνι;
Πρώτα επήρανε φωτιά άξαφνα οι κουζίνες,
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά και οι κουρτίνες,
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά κι οι καναπέδες,
έπειτα πήραν άξαφνα φωτιά κι οι λακέδες,
κοντά σ᾿ αυτούς το θέατρο, μαζὶ κι η εκκλησία,
και τέλος πάντων έγινε ἑσπερινή θυσία.
Και όταν πια επήρανε φωτιά και τα φουγάρα,
απελπίσθηκαν όλοι των καὶ άναψαν τσιγάρα.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μα πές μου, τούτη τη φωτιά ποιός να την έχει βάλει;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Και θέλει ρώτημα κι αυτό, μωρέ στραβό κεφάλι;
Τί άνθρωπος! ... αἰώνια ζητά να με πειράζει!...
Σου είπα όλες τί φωτιές, πώς ο Μελάς τις βάζει.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Λοιπόν;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Λοιπόν εκάηκαν καμπόσοι στρατιώται,
μα παλληκάρια της φωτιάς κι αληθινοί ιππόται,
που βασιλιάς για μία στιγμή λαχτάριζα να γίνω,
να τους φορέσω στέφανο, καὶ Φασουλής να μείνω.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και ποιοὶ ακόμη τόδειξαν;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Οι σκαπανείς κι οἱ ναύτες,
κι οι άλλοι όλοι ήτανε σπουδαῖοι μυϊγοχάφτες.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και λες η νέα πυρκαγιά, να έχει σημασία,
ή λες κι αυτή πως έγινε για τη φωτοχυσία;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Έ! όταν βλέπεις σκαπανείς και μέσα στό Παλάτι,
και βασιλεῖς μέ βασιλείς και κράτη επι κράτη,
και στα καλά καθούμενα ανάβει και ο θρόνος,
αυτό θα πει, συντέλεια, πώς ήλθε του αἰώνος.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και η ζημία πόσο λές νά εἶν᾿ απάνω κάτω;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Όσα περίπου ἔχασε, θαρρώ τό Συνδικάτο.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ τώρα τούτη τὴ ζημιὰ ποιός λές θα τήν πληρώσει;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Στη ράχη σας ο βασιλιάς κι αυτή θα την φορτώσει.
Και τίποτα παράξενο ν᾿ ακούσεις σέ κομμάτι
καινούργιους φόρους για φωτιὲς που βάζουν στο Παλάτι.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και ύστερα απ᾿ όλα αυτά ο βασιληάς τί κάνει;
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Του τηλεγράφησαν, θαρρώ, καὶ με το πρώτο φθάνει.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εγώ σου λέω πως αυτός δεν το κουνάει διόλου
κι άν όλο το Παλάτι του πάει κατὰ διαβόλου.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εγώ σου λέω πως θάρθη...
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εγώ σου λέω σκάσε.
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εγώ σου λέω πως θὰ ῾ρθή καὶ να μου το θυμάσαι.
ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μα συ το παραξίλωσες μ᾿ αυτό σου το γινάτι...
όρσε λοιπόν δυο τρεῖς σβερκιές καὶ σύρε στο Παλάτι.

                                                                    Ιούλιος 1884
                                                                 Γεώργιος Σουρής



Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ένας Σεπτέμβρης φορτωμένος προσδοκίες...

Έφτασε κι ο Σεπτέμβρης και σηματοδοτεί νέα ξεκινήματα. Ελπίζω να είναι γεμάτος από ευχάριστες και όμορφες εκπλήξεις, να μας φέρει τα καλύτερα που περιμένουμε και που αξίζουμε.
Να μας φέρει χαμόγελα και ασφαλείς αγκαλιές!
Καλό μας μήνα, με κάτι κλασικό!


Φοίβος Δεληβοριάς- Κάθε Σεπτέμβρη