Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Ξημερώματα στον Πειραιά...


Μεσάνυχτα Μ. Πέμπτης προς ξημερώματα Μ. Παρασκευής όσοι είχαμε την τύχη να βρεθούμε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά/Municipal Theatre of Piraeus, ζήσαμε κάτι πραγματικά εκπληκτικό στην INSOMNIA GRECA: The Christus Mortuus Insomnia - Η Αγρυπνία του Πάθους.
Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας και οι συνεργάτες του από την ομάδα "Bouλouki Project", κλείνοντας τον κύκλο των τριών μεταμεσονύχτιων performances που ξεκίνησαν παραμονή Χριστουγέννων, δημιούργησαν μια εμπνευσμένη και συγκινητική αλληλουχία δρώμενων στους χώρους του θεάτρου, με πάρα πολλούς και πάρα πολύ καλούς ηθοποιούς και performers. Μας δόθηκαν οι χάρτες του χώρου με το τί θα βλέπαμε σε καθέναν ξεχωριστά και ήταν στη διακριτική μας ευχέρεια από ποιο θα ξεκινήσουμε.
Το "ΑΩ" ήταν η αρχή για εμάς και μια πολύ δυνατή εικόνα. Ο προβολέας να δείχνει ένα νεογέννητο που το πλένουν και πίσω από το πανί, μια γυναίκα πλένει με σεβασμό και φροντίδα το σώμα ένος νέου άνδρα που είναι νεκρός...
"Οι κήποι του Αδώνιδος" ήταν η επόμενη στάση, ένας χώρος γεμάτος με πολύχρωμες κορδέλες να κρέμονται από το ταβάνι. Μια νεαρή γυναίκα στεκόταν πάνω από μια κούκλα, δηλαδή τον νεκρό, και έλεγε ένα μοιρολόι -από τις πιο δυνατές και συγκινητικές στιγμές της βραδιάς. Στη συνέχεια, ηθοποιοί, φορώντας μαύρες κορδέλες από γάζα στα μάτια απήγγειλαν κομμάτια από κείμενα με θέμα τον θάνατο και το πένθος. Μόνο που λόγω της εγγύτητας μεταξύ θεατή και ηθοποιού, μου δημιουργήθηκε ένα αίσθημα αμηχανίας.
Στη συνέχεια, μπήκαμε στο φουαγιέ όπου η Δέσποινα Σαραφείδου ετοίμαζε τον χώρο γι' αυτό που θα συνέβαινε στις 3:30πμ. Στην αρχή, είδαμε μια γυναίκα να τακτοποιεί έναν αναστατωμένο χώρο, οπότε προχωρήσαμε.
Στην κεντρική σκηνή, προβαλλόταν μια τρικυμιώδης θάλασσα και μπροστά στεκόταν ένας αστόλιστος επιτάφιος. Επρόκειτο για "Το κενοτάφιο ή ενός λεπτού σιγή", όπου Πάνος Καμμένος μάς διάβαζε για δημοκρατία, δικαιοσύνη, για την πόλη και τους κανόνες της που δεν μας κάνουν πάντα ευτυχισμένους.
Εκεί ήταν που συναντήσαμε και την κινούμενη performance "Κι ας πεθάνω... Οι τρεις αδελφές στη Μόσχα ή Πώς επιλέγω πατρίδα".
Στις σκάλες συναντήσαμε την Ανδρονίκη Μαραθάκη, η οποία, ξεκινώντας από το υπόγειο και μέχρι τον θόλο, ανέβαινε την "Οδό του μαρτυρίου". Αυτό που έκανε επί τρεις ώρες, η συγκέντρωση που είχε και το πόσο καταπονήθηκε το σώμα της γι' αυτό, ήταν κάτι που δεν χωρά σε λέξεις.
Εδώ, θα ήθελα να σχολιάσω πόσο απαράδεκτη ήταν η συμπεριφορά των υπευθύνων του θεάτρου που απείλησαν να διακόψουν την εν λόγω performance, επειδή έπεσε αλάτι από τα σακουλάκια που είχε δεμένα πάνω της η κοπέλα,επειδή υπήρχε "κίνδυνος να χαλάσουν τα μάρμαρα". Πρώτον, ξέρεις εκ των προτέρων τί θα γίνει στον χώρο σου, οπότε προνοείς. Δεύτερον, δεν νοείται να διαχειρίζεσαι έναν τέτοιο χώρο, αλλά να μην κατανοείς και να μην σέβεσαι πόσο δύσκολο είναι αυτό που κάνει η καλλιτέχνις και πόσο χρόνο χρειάστηκε για να συγκεντρωθεί σ' αυτό. Ελπίζω να ήταν μεμονωμένο ατυχές περιστατικό από πλευράς του θεάτρου, γιατί είναι λυπηρό.
Στη συνέχεια, ανεβήκαμε στο "Νυχτέρι", όπου υπήρχαν λουλούδια επιταφίου και ένα βίντεο που έδειχνε το παραδοσιακό στόλισμα ενός επιταφίου. Συνεχίσαμε στο Υπερώο, όπου οι φωτογραφίες του Φώτη Πλέγα με θέμα τον αυτοτραυματισμό, την αυτοτιμωρία, ως δείγμα θρησκευτικής πίστης μάς ήταν απολύτως μη κατανοητό ως πρακτική.
Λίγο πιο πάνω, στο πλαίσιο της ίδιας performance υπό τον τίτλο "Η θλίψη της αυτοθυσίας και η αυτοθυσία της θλίψης", ακούγονταν οι φωνές των τριών καλλιτεχνών να άδουν έναν ύμνο σε ελληνικά, αραβικά και αγγλικά (ο Χάρης -μας- Αττώνης, στα αγγλικά). Ήταν τόσο μυστηριακό, καθηλωτικό και συγκινητικό που μείναμε περισσότερο από μισή ώρα να ακούμε τους ύμνους να επαναλαμβάνονται.
Κατεβαίνοντας, βρεθήκαμε στην μεγάλη αίθουσα που ήταν γεμάτη με μαύρες σακούλες νεκροτομείου στο πάτωμα και από μέσα ακούγονταν φωνές γυναικών, ανδρών και κλάματα μωρού. Στην αρχή, το πρώτο συναίσθημα ήταν ανατριχίλα και λίγο φόβος.
Όταν, όμως, διαβάσαμε τα στοιχεία για τους νεκρούς της 11ης Ιανουαρίου διαχρονικά, από το 1944 στον Πειραιά μέχρι και το 2016, αλλά και πώς τα συμμαχικά αεροπλάνα βομβάρδισαν τον Πειραιά, κάτι που οι κάτοικοι της πόλης δεν περίμεναν και δεν πίστεψαν ότι μπορεί να συμβεί, οδηγώντας τους στον θάνατο, περνώντας ανάμεσα στις μαύρες σακούλες κι ακούγοντας τις φωνές που ζητούν βοήθεια, δεν υπήρχε πια φόβος. Αλλά, βαθιά λύπη, γιατί τώρα ήξερα τί είχε συμβεί και όμως, ούτε εγώ, ούτε κανείς μας μπορούσε να κάνει κάτι.
Κι αυτό είναι το χειρότερο, να σκέφτεσαι πως μια μέρα που ξεκίνησε σαν οποιαδήποτε άλλη, για εκείνους τους ανθρώπους έγινε εφιάλτης και κανείς δεν μπόρεσε να τους σώσει, κανείς δεν μπόρεσε να τους βοηθήσει να μην φοβούνται τόσο.
Κι έτσι, με αυτή την αναστάτωση βρεθήκαμε στην "Κοινή Τράπεζα". Ο χώρος είχε πια τακτοποιηθεί κι ένα τραπέζι, μάλλον πένθους, ετοιμαζόταν. Η ανησυχία της γυναίκας να είναι όλα όπως πρέπει, να κοιτάζει με αγωνία από το παράθυρο περιμένωντας κάποιον (που μπορεί και να μην έρθει), να μαζεύει το κουτί με τις παλιές φωτογραφίες και να προσφέρει το κέρασμα με τρεμάμενα χέρια... Κοιτούσαμε σιωπηλοί -σχεδόν σαν να ντρεπόμαστε που είμαστε παρατηρητές σε κάτι προσωπικό- ένα γεύμα να ετοιμάζεται και τα πρόσωπά μας είχαν μια θλίψη. Ίσως, να ήταν απλώς η ανθρώπινη αντίδραση του συμπάσχω ή κάτι βαθύτερο, οι δικές μας μνήμες απώλειας.
Ήταν από τα ωραιότερα πράγματα που έχω δει στο θέατρο. Αξίζουν θερμότατα συγχαρητήρια σε όλους, για την έρευνα, την έμπνευση, τη σύνθεση και την τελική παρουσίαση.
Ήταν μια σπουδαία βραδιά και η λέξη συγκίνηση την περιγράφει απόλυτα.
Καλή Ανάσταση!