Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουλίου 2018

Μάνος Ελευθερίου, 80 χρόνια δημιουργίας (αρκούν;)


Κοντά μια δεκαετία πριν, ο καθηγητής μας στο εργαστήριο ραδιοφώνου του τμήματος και τότε αναπληρωτής διευθυντής ειδήσεων στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ, Μιχάλης Κυριακίδης, μας είχε πάει να επισκεφθούμε το Ραδιομέγαρο για να δούμε από κοντά τις εγκαταστάσεις του ραδιοφώνου. Περνώντας από τους διαδρόμους και κοιτώντας με αγνή, αυθόρμητη και αδηφάγα περιέργεια τις πόρτες που ανοιγόκλειναν, τα γραφεία, τον εξοπλισμό, τα στούντιο, βλέπουμε ξαφνικά μπροστά μας, να κάθεται δίπλα σε μια πόρτα (στούντιο ή γραφείου, θα σας γελάσω), σε ένα σκαμπό, χαμογελαστός και ήρεμος, ο Μάνος Ελευθερίου. 
Χαιρετήθηκαν με τον καθηγητή μας, τον οποίο ρώτησε ποιοι-ες είμαστε και αφού εκείνος του εξήγησε, χαμογέλασε, μας ρώτησε αν μας αρέσει το ραδιόφωνο και μετά τις δειλές ή ενθουσιώδεις απαντήσεις, μας ευχήθηκε καλή σταδιοδρομία. 
Θυμάμαι ακόμη τη στιγμή που τον είδα, απολύτως πραγματικό και σε απόσταση μερικών βημάτων και τον ενθουσιασμό με τον οποίο ψιθύρισα στη φίλη μου "μπροστά μας είναι ο Μάνος Ελευθερίου, ο ποιητής!"


Ακολούθησαν μερικές φορές ακόμη, μέσα στα χρόνια, που τύχαινε να τον συναντώ σε παραστάσεις ή παρουσιάσεις βιβλίων, πάντα χαμογελαστό και ευγενή σε κάθε βλέμμα με το οποίο διασταυρωνόταν το δικό του. 
Μία από τις τελευταίες ήταν το φθινόπωρο του 2016, στο "Poems 'n' Crimes" των εκδόσεων Γαβριηλίδη, όπου παρουσίαζε (και τί πραγματική κι ανέλπιστη τιμή!) την πρώτη ποιητική συλλογή ενός νέου ποιητή, του Τάσου Θεοτόκη. Η γενναιοδωρία στα λόγια, αλλά και στον τρόπο του, η ενθάρρυνση προς τον νέο ποιητή (αλλά και εν γένει τους νέους), η γλυκύτητα, η σεμνότητα, ο αυτοσαρκασμός και το λεπτό, αν και οξύ, χιούμορ του, ο μαγικός τρόπος του να "γκρεμίζει" τον φόβο -αλλά όχι τα πρόσωπα και τις έννοιες- απέναντι στα αριστουργήματα, τους ανεπανάληπτους ποιητές, τις ιερές μορφές που χαρακτήρισαν την ποίηση και διαμόρφωσαν τον κόσμο, απέδειξαν εκ νέου γιατί αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να γίνει τόσο αγαπητός σε τόσους πολλούς ανθρώπους. Όλοι-ες έχουμε σιγοτραγουδήσει τους στίχους του, κάποιοι προχώρησαν και στην μη μελοποιημένη ποίησή του, άλλοι στην πεζογραφία του και κάποιοι άλλοι τον ακολουθούσαν ως πιστοί ακροατές στις ραδιοφωνικές του εκπομπές.

Ο Μάνος Ελευθερίου έφυγε από τη ζωή σήμερα το πρωί, 22 Ιουλίου 2018, από καρδιακή ανακοπή, μετά από μία σοβαρή επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε, αφήνοντας ένα κενό που, όσο κοινότοπο κι αν ακούγεται σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πράγματι δυσαναπλήρωτο. Πλήρης ημερών και έργων μεν, αλλά με πολλά ακόμη που θα μπορούσε να μας χαρίσει με την παρουσία και το ανήσυχο πνεύμα του.

Έχει γράψει υπέροχα, δυνατά, τραγούδια που έγιναν κτήμα όλων μας ("Μαλαματένια λόγια", "Ποιος τη ζωή μου", "Άλλος για Χίο τράβηξε" κλπ), αλλά εγώ θα αγαπώ πάντα λίγο περισσότερο αυτό:
Τάνια Τσανακλίδου- Τυχαίες συναντήσεις (μουσική Γιάννης Σπανός, στίχοι Μάνος Ελευθερίου)

*Η πολιτική κηδεία του θα γίνει την Τρίτη 24 Ιουλίου, στις 12μμ, στο Α' Νεκροταφείο.

Πέμπτη 21 Μαρτίου 2013

Καλή μας άνοιξη!

Λίγο Μελάνι...
Λίγο μελάνι και χαρτί και λίγοι πάλι στίχοι
είναι το μόνο δώρο μου οπού θα σου χαρίσω...
Καλά που μου ῾δωσε κι αυτούς η ακριβή μου τύχη,
γιατί αλλιως δε θά ῾ξερα πώς να σε χαιρετήσω.

Ως τώρα άλλο τίποτα απ᾿ το δικό μου χέρι,
παρά πολλούς νερόβραστους και κρύους στίχους είδες.
Αλλά κι οι στίχοι πού και πού, καμμιά φορά, ποιός ξέρει,
αν έχουν δώρα ζηλευτά και ζωντανές ελπίδες.

Οι ευτυχίες πού ῾ψαλλα τόσες φορές για σένα
αν έξαφνα φτερούγιζαν με την αυγή μπροστά σου,
θα έβλεπες τί είχανε οι στίχοι μου κρυμένα
κι άλλη χαρά δε θά ῾θελε στο κόσμο η καρδιά σου.
                                                                                Γεώργιος Σουρής

Δυο άνθρωποι
Αν είδες ποτέ στη μέση του δρόμου
δυο ανθρώπους να τους πηγαίνουν με χειροπέδες
δεν αποκλείεται ο ένας να είμουν εγώ
που με ξαναστέλναν εξορία.

Και κείνο το πρωί είχα και σένα
τόσα όνειρα
για τη δουλειά που θα 'βρισκα,
για έναν περίπατο στα φώτα και την άσφαλτο,
για λίγο ήλιο...
Και κείνος
που ξαφνικά τα σίδερα τον δέσαν στο κορμί μου
είχε και κείνος χαραγμένα τα όνειρά του
στο αυστηρό του πρόσωπο.
(Τον πήρανε χαράματα στις έξη από τη γυναίκα του).

'Οταν βλέπεις στο δρόμο δυο ανθρώπους
με χειροπέδες
μη νομίσεις τίποτα περισσότερο
μη νομίσεις τίποτα λιγότερο.

Δυο άνθρωποι.
Σαν και σένα.
                                   Τίτος Πατρίκιος

Οφειλή
Μέσα από τόσο θάνατο που έπεσε και πέφτει,
πολέμους, εκτελέσεις, δίκες, θάνατο κι άλλο θάνατο
αρρώστεια, πείνα, τυχαία δυστυχήματα,
δολοφονίες από πληρωμένους εχθρών και φίλων,
συστηματική υπόσκαψη κ' έτοιμες νεκρολογίες
είναι σα να μου χαρίστηκε η ζωή που ζω.

Δώρο της τύχης, αν όχι κλοπή απ' τη ζωή άλλων,
γιατί η σφαίρα που της γλύτωσα δε χάθηκε
μα χτύπησε το άλλο κορμί που βρέθηκε στη θέση μου.

'Ετσι σα δώρο που δεν άξιζα μου δόθηκε η ζωή
κι όσος καιρός μου μένει
σαν οι νεκροί να μου τον χάρισαν
για να τους ιστορήσω.
                                                     Τίτος Πατρίκιος

Τέλος μιας ηλικίας
Καθώς διάσχιζε τον κεντρικό διάδρομο με τους καθρέφτες
-στο τέρμα, λέγαν, είταν το γραφείο του διευθυντή-
βρέθηκε μονομιάς στα πρόθυρα των γερατειών.

'Ορμησε τότε προς την έξοδο κινδύνου, βγήκε
στο πιο ψηλό διάζωμα κι άρχισε να φωνάζει:
"Διώχτε από μπρος μου το πνιγμένο πρόσωπό της,
με κυνηγάει σα μέδουσα, οι σάπιες τρύπες του κολλάν απάνω μου,
βυζαίνουν τα δίκαια όνειρά μου.
Δεν είναι αυτή η μοίρα μου. Γλυτώστε με. Δεν είναι".

'Οταν τον πρόλαβαν, είχε περίπου ηρεμήσει.
'Ηπιε λίγο νερό, μιαν ασπιρίνη,
του τίναξαν τους ασβέστες απ' τα ρούχα, τις στάχτες από τα μαλλιά...
Λίγον καιρόν αργότερα
σβήσαν κ' οι τελευταίες ανυπόταχτες χειρονομίες.

Είπανε μερικοί πως συμβιβάστηκε,
άλλοι μιλήσαν για λύσεις πανικού,
δυο-τρεις επέμεναν πως αναγνώρισε επί τέλους τις ευθύνες του.
Κανείς δεν έμαθε.

'Ηρθε η ζωή όπως συνήθως έρχεται και τα σκέπασε όλα.
                                                                               Τίτος Πατρίκιος

Φάση μιας μάχης
Είμαστε φάτσα με φάτσα
με τον εχθρό μου.
Ένα γραφείο μονάχα μας χωρίζει
σα χαράκωμα ή σαν τάφος.
Πίσω απ’ τις αξιοπρεπείς μας μάσκες
από πολύ βαθιά ανεβαίνει και μας καίει το μίσος.

Και να που τούτη τη στιγμή,
τώρα που παίζεται η ζωή μου,
ανακαλύπτω στη μορφή του πως
θα μπορούσα να τον είχα αγαπήσει.

Να που τούτη τη στιγμή ανακαλύπτει
στη μορφή μου
πως θα μπορούσε να με είχε αγαπήσει
                                                                        Τίτος Πατρίκιος
                                    (από τη συλλογή "Μαθητεία 1952-1962", Πρίσμα, 1978)

Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας

IV

Ναι αγαπημένη μου,
εμείς γι᾿ αυτά τα λίγα κι απλά πράγματα πολεμάμε
για να μπορούμε νά ῾χουμε μία πόρτα, έν᾿ άστρο, ένα σκαμνί
ένα χαρούμενο δρόμο το πρωί
ένα ήρεμο όνειρο το βράδι.
Για νά ῾χουμε έναν έρωτα που να μη μας τον λερώνουν
ένα τραγούδι που να μπορούμε να τραγουδάμε
Όμως αυτοί σπάνε τις πόρτες μας
πατάνε πάνω στον έρωτά μας.
Πριν πούμε το τραγούδι μας
μας σκοτώνουν.
Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν.

Φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε
φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε
φοβούνται το αδράχτι της μητέρας μας και το αλφαβητάρι του παιδιού μας
φοβούνται τα χέρια σου που ξέρουν να αγγαλιάζουν τόσο τρυφερά
και να μοχτούν τόσο αντρίκια
φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυό μας με φωνή χαμηλωμένη
φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί
μας φοβούνται, αγάπη μου, και όταν μας σκοτώνουν
νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.

V
Θά ῾θελα να φωνάξω τ᾿ ονομά σου, αγάπη, μ᾿ όλη μου την δύναμη.
Να τ᾿ ακούσουν οι χτίστες απ᾿ τις σκαλωσιές και να φιλιούνται με τον ήλιο
να το μάθουν στα καράβια οι θερμαστές και ν᾿ ανασάνουν όλα τα τριαντάφυλλα
να τ᾿ ακούσει η άνοιξη και νά ῾ρχεται πιο γρήγορα
να το μάθουν τα παιδιά για να μην φοβούνται το σκοτάδι,
να το λένε τα καλάμια στις ακροποταμιές, τα τρυγόνια πάνω στους φράχτες
να τ᾿ ακούσουν οι πρωτεύουσες του κόσμου και να το ξαναπούνε μ όλες τις καμπάνες τους
να το κουβεντιάζουνε τα βράδια οι πλύστρες χαϊδεύοντας τα πρησμένα χέρια τους.

Να το φωνάξω τόσο δυνατα
που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο
καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει.
Να τ᾿ ακούσει ο χρόνος και να μην σ᾿ αγγίξει, αγάπη μου, ποτέ.
                                                                    Τάσος Λειβαδίτης

Της άνοιξης και του πολέμου
I
Δεν ξεχωρίζω πια τον ερχομό σου από την άνοιξη
Το βάδισμά σου απ’ το άνοιγμα των λουλουδιών
Τη νιότη από το χαμόγελό σου.
Δεν ξεχωρίζω το κορμί σου απ’ των περιβολιών το θρόισμα
Την αφή σου απ’ την αφή όλου του κόσμου

Τη γεύση σου απ’ τη γεύση των τρικυμισμένων μυστικών.
Δεν ξεχωρίζω πια τα μάτια σου
Μάτια; Ουρανός; Θάλασσα; Αστέρια;
- δεν ξεχωρίζω πια
Εσπαταλήθηκες πολύ μες στη ζωή μου.

III

Έξω από το χαράκωμα της μοίρας
Στόμα του τριαντάφυλλου
Μάτια της βροχής
Δάχτυλα που δεν έχουν αδερφούς
Και αδερφές στον κόσμο
Σφίγγουν τα ηνία του χαμόγελου, καθώς
Το αίμα στο χαράκωμα του ορίζοντα σαλπίζει
Σιωπητήριο καρδιάς.

VI

Πάθος ανθρώπινο
Δε γιατρεύεται τούτη η ομορφιά
Λουσμένη σε πληγές και ηφαίστεια…
Άνοιξη, άνοιξη!…κι αχ, δε γιατρεύεται
Τούτη η ελπίδα της ζωής, η ελπίδα της αγάπη…
                                                              Βύρων Λεοντάρης

Εαρινή συμφωνία
Τις νύχτες του έαρος
Που η γύρη των άστρων
Και των λουλουδιών
Αγρυπνούσε στο δέρμα μου
Μια λυπημένη ανταύγεια
Σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
Γιατί αργούσες να ‘ρθεις, αγάπη
[…]
Άνοιξε τα παράθυρα
Να δεις τον κόσμο ανθισμένο
Μ’ όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.
                                              Γιάννης Ρίτσος

Ρήση από το "Σηματολόγιον"
Κείνο που σου προσάπτουνε τα χελιδόνια
Είναι η Άνοιξη που δεν έφερες
                                              Οδυσσέας Ελύτης

Την άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις.
Και ή πας να παίξεις τρικυμία ή πνίγεσαι.
                                                Οδυσσέας Ελύτης

Όταν μιαν άνοιξη
Όταν μιαν άνοιξη χαμογελάσει
θα ντυθείς μία καινούργια φορεσιά
και θα ῾ρθείς να σφίξεις τα χέρια μου
παλιέ μου φίλε
Κι ίσως κανείς δε σε προσμένει να γυρίσεις
μα εγώ νιώθω τους χτύπους της καρδιάς σου
κι ένα άνθος φυτρωμένο στην ώριμη,
πικραμένη σου μνήμη

Κάποιο τρένο, τη νύχτα, σφυρίζοντας,
ή ένα πλοίο, μακρινό κι απροσδόκητο
θα σε φέρει μαζί με τη νιότη μας
και τα όνειρά μας

Κι ίσως τίποτα, αλήθεια, δεν ξέχασες
μα ο γυρισμός πάντα αξίζει περσότερο
από κάθε μου αγάπη κι αγάπη σου
παλιέ μου φίλε
                                                         Μανώλης Αναγνωστάκης

Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012

Μην πολεμάς, γιατί ο πόλεμος ποτέ δεν τελειώνει...

Έρχονται μέρες που αναρωτιέσαι ποια καθημερινότητα αντιμετωπίζεις: τη δική σου, αυτή που έχεις επιλέξει, αυτή με την οποία συμβιβάζεσαι ή αυτή που σου επιβάλλουν οι συνθήκες κι οι άλλοι; Η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολη και ευδιάκριτη, πολλές φορές ακόμη κι εμείς οι ίδιοι βρισκόμαστε σε σύγχυση, ίσως δεν έχουμε καν προλάβει να το σκεφτούμε. Αυτό με τρομάζει περισσότερο, να μην υπάρχει χρόνος, χώρος, ανάσα, γι' αυτή τη σκέψη. Να σταθείς μια στιγμή και να έχεις τη διαύγεια να το καταλάβεις. Το μπλοκάρισμα στο μυαλό με ανησυχεί, με αδρανοποιεί, γιατί πάντα συνειδητοποιώ το μπλοκάρισμα, αλλά όχι πάντα το γιατί.
Τις τελευταίες μέρες σκεφτόμουν ότι αν και άνευ μισθωτής εργασίας ο χρόνος μου, ο πολύτιμος προσωπικός μου χρόνος, δεν υπάρχει. Ξυπνάω 7 ημέρες την εβδομάδα με ξυπνητήρι, τρέχω μέχρι τελευταία στιγμή να προλάβω τις υποχρεώσεις μου και δεν καταφέρνω να είμαι απολύτως συνεπής(κάτι που με ταράζει αφάνταστα -εγώ κι η ασυνέπεια δεν γίναμε ποτέ φίλες), κάνω κοπιώδεις προσπάθειες και το αποτέλεσμα δεν είναι όπως θα ήθελα και θα έπρεπε σύμφωνα με την προσπάθεια που καταβλήθηκε και δεν έχω μία μέρα να πω ότι δεν έχω να κάνω απολύτως τίποτε! Δεν μπορώ να κοιμηθώ εξαιτίας των αμέτρητων σκέψεων που τριγυρνούν στο μυαλό μου, προσπαθώντας να βάλω νοητά μία τάξη στα όσα έχω να κάνω και να μην ξεχάσω τίποτε. Το άγχος, εκείνη την ώρα που η φύση ησυχάζει, με αναστατώνει, διότι επιστρέφει δυναμικά. Θέλω να δω τους αγαπημένους μου ανθρώπους και βλέπω ότι ο χρόνος δεν μου βγαίνει και πνίγομαι ακόμη περισσότερο. Σκέφτομαι πόσα πράγματα θέλω να κάνω, αλλά χρήματα δεν υπάρχουν -ούτε δουλειά στον ορίζοντα- και πέφτω κι άλλο.
Ύστερα, συνειδητοποιώ την ένταση που κουβαλούν οι άνθρωποι, κλεισμένοι στον εαυτό τους, στα άγχη τους, με ένα σωρό πράγματα που τους θυμώνουν και τους εξοργίζουν και με την πρώτη ευκαιρία είναι έτοιμοι από το να μιλήσουν απότομα ή αγενώς μέχρι να τσακωθούν και να γίνουν εξαιρετικά εριστικοί. Αντικαταστήσαμε το χιούμορ με επιθετικότητα, το ενδιαφέρον με κυνισμό, την επικοινωνία και ανταλλαγή απόψεων με μη παραγωγικές διαφωνίες και εντάσεις, την αγάπη με άγχος, τις σχέσεις με υποχρεώσεις. Και ερωτώ: κρατήσαμε τίποτε καλό;
Ανάμεσα στα πρέπει που θέτουμε και τους ανθρώπους που έχουμε, προτιμώ τους δεύτερους. Οι προτεραιότητές μου, γενικά, είναι διαφορετικές από πολλών άλλων. Επίσης, προτιμώ να βγω να δω μια πολύ ωραία παράσταση από το να περάσω μια μέρα διαβάζοντας Γαλλικά (που τα υπεραγαπώ μεν, αλλά προτιμώ την επικοινωνία με τους ανθρώπους, την παρέα με την οποία θα πάω, τους καλλιτέχνες που θα αποδώσουν το έργο, την επικοινωνία που δεν είναι λεκτική, αλλά ψυχική).
Θέλω να πάρω τηλέφωνο ένα αγαπημένο πρόσωπο, να δω πώς είναι και να μην αισθανθώ ότι ενοχλώ ή το αποσπώ από αυτό με το οποίο ασχολείται, να με ακούσει πραγματικά, να έχει το μυαλό στη συζήτησή μας. Να με προσέχει. Να λάβω ένα μήνυμα ή να χτυπήσει το τηλέφωνο, επειδή κάποιος που μ' αγαπά με σκέφτηκε και θέλει να δει τί κάνω ή να μου πει απλώς ότι με σκέφτηκε! Να μοιραζόμαστε στιγμές κι αισθήματα χωρίς να βλέπουμε από πίσω έναν απώτερο σκοπό ή κάποιο υπόγειο κίνητρο που, ακόμη, δεν έχει φανεί. Να νιώθουμε ασφαλείς μεταξύ μας.
Αλλά, κυρίως, να νιώθουμε, γιατί έχουμε αναισθητοποιηθεί, σαν να πατήσαμε αδρανοποίηση -δυστυχώς, μόνο στα θετικά αισθήματα.
Πολεμάμε τους γύρω μας και τον ίδιο μας τον εαυτό, ό,τι μας καθιστά ανθρώπους, μα αυτός ο πόλεμος αν κηρυχθεί δεν θα τελειώσει ποτέ, ή τουλάχιστον, δεν θα τελειώσει χωρίς απώλειες κι ανεπανόρθωτες ζημιές*.
Φοβόμαστε μην μας παρεξηγήσουν, αλλά το πρόβλημα είναι ότι παρεξηγούμαστε με τους άλλους, επειδή κρυβόμαστε και καταχωνιάζουμε τα συναισθήματά μας στα πιο βαθιά μέρη της ψυχής.
Η κρίση αντί να μας ενώνει, μας απομονώνει, μα αυτό είναι το σφάλμα. Για να αλλάξει η κατάσταση, για να βελτιωθεί, πρέπει να είμαστε όλοι μαζί σ' αυτή την προσπάθεια. Εμείς, όμως, διαλέξαμε να είμαστε μόνοι, ο καθένας κλεισμένος στο καβούκι του κι αν πάει να βγει είναι για να επιτεθεί, να βγάλει αρνητισμό και ένταση. Εθελοτυφλούμε, δεν βλέπουμε το προφανές, είμαστε σαν μικροί "Μόγληδες", μόνο που εμείς επιλέξαμε την απομάκρυνση από τον κοινωνικό ιστό. Ξεμάθαμε τον πολιτισμό, την επικοινωνία, πώς είναι να μοιράζεσαι, να νιώθεις, να ανταλλάσσεις απόψεις, να σέβεσαι τη διαφορετικότητα, να αφήνεις χώρο στην αντίθετη γνώμη, να νοιάζεσαι και επιλέξαμε να αποτραβηχτούμε στη ζούγκλα που ήρθε ως συνέπεια αυτής μας της επιλογής.
Ο κόσμος πώς θα πάει μπροστά όταν εμείς ως οντότητες κάνουμε βήματα πίσω;
Τέτοιες στιγμές είναι που στέκομαι και αναρωτιέμαι αν η πραγματικότητά μου είναι δικής μου επιλογής, αν έχει στοιχεία που διάλεξα ή διάγω βίο προαποφασισμένο στα μέτρα και τα πρέπει άλλων. Εν ολίγοις, χωρίς να ερωτηθώ και άνευ διαπραγμάτευσης.
Καταλήγω πάντα στην σκέψη πως, αν δεν μπορώ να έχω όλα όσα θέλω τη δεδομένη στιγμή(ή και γενικότερα στη ζωή), έχω, ωστόσο, κάθε δικαίωμα να διαμορφώσω τα ήδη υπάρχοντα όπως ακριβώς επιθυμώ, στα δικά μου μέτρα, για να χαίρομαι και τη ζωή και τις μικρές στιγμές της που αν τις αφήνουμε να περνούν μίζερα, το νόημα έχει χαθεί.
Έτσι, μερικά υπαρξιακά που επεκτείνονται και στην κοινωνία για να έχουμε να πορευόμαστε. Είναι που δεν μπορώ αν δεν συνδέσω ψυχολογία και κοινωνικό γίγνεσθαι -στα χρόνια ψυχοθεραπείας θα οφείλεται.
Μην το φοβάστε το μαζί και το μοίρασμα, η καλύτερη επένδυση είναι οι άνθρωποι και μάλιστα, με την πιο κερδοφόρα απόδοση. Αρκεί να επιλέξεις σωστά και να ξέρεις ότι μπορεί να μην είναι πάντα το σιγουράκι, αλλά το αποθεματικό, πολλές φορές, θα σε εκπλήξει.

Υ.Γ. Και να είστε γλυκείς, τρυφεροί, με κατανόηση και σεβασμό απέναντι στους άλλους, θα δείτε που κι εκείνοι θα είναι έτσι προς εσάς. Αφήστε κατά μέρος την επιθετικότητα -ξέρετε πόσες τοξίνες συγκεντρώνονται στον οργανισμό; Χαμογελάστε και μην προσπαθείτε να αποδείξετε κάτι για εσάς έναντι των άλλων. Ο καθένας μας είναι αυτό που είναι και διαφέρει από κάθε άλλον, εκεί κρύβεται η γοητεία στις σχέσεις.

* "Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!
Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!"

(Απόσπασμα από το ποίημα "Ο Πόλεμος")
Μανώλης Αναγνωστάκης




Καλό μας ξημέρωμα!

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Ανυποψίαστα πικρό...

Ανυποψίαστος

Εκείνος ο άνθρωπος που ήμουν εγώ
δεν θέλει, λέει, να καταντήσει σαν εμένα

εκείνος ο άνθρωπος που είμαι τώρα εγώ
ούτε που θα το καταλάβει

Πικρό

Φύγε να μη σε βλέπω μου 'πες κάποτε
μα έκτοτε όλο σε πιάνω
να με κρυφοκοιτάζεις με το νου

γίνε άντρας λοιπόν
ή να κρατάς το λόγο σου
ή να κρατάς εμένα

                                                 Αύγουστος Κορτώ
Ο ταξιτζής των Ουρανών
(Εκδ. Οδός Πανός, 2012)

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Γιώργος Σεφέρης (29/2/1900-20/9/1971)

Παντούμ
Τ᾿ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους
στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
ψυχή μου λυτρώσου απ᾿ τον κρίκο του σκότους
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια.
Στο πέλαγο σέρνουν φωτιές τα καράβια
η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
πικρή, φλογισμένη που δέεσαι με ευλάβεια
ψυχή μου γνωρίζεις ποιος νόμος σε δένει.

Η νύχτα στενεύει και στέκει σαν ξένη
στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ψυχή μου γνωρίζεις ποιός νόμος σε δένει
και τί θα σου μείνει και τί θα σ᾿ αφήσει.
Στο μαύρο μετάξι τα φώτα έχουν σβήσει
ακούγουνται μόνο του χρόνου τα σείστρα
και τί θα σου μείνει και τί θα σ᾿ αφήσει
αν τύχει κι αστράψει βουβή πολεμίστρα.

Ακούγονται μόνο του χρόνου τα σείστρα
μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
αν τύχει κι αστράψει η βουβή πολεμίστρα
ούτε όνειρο θά ῾βρεις να δώσει ένα δάκρυ.

Μετάλλινη στήλη στου πόνου την άκρη
ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
ούτε όνειρο θά ῾βρεις να δώσει ένα δάκρυ
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σα φίδι.
Ψηλώνει η στιγμή σα μετέωρο λεπίδι
σαν τί να προσμένει να πέσει ἡ γαλήνη;
στο πλήθος σου το άυλο που σφίγγει σαν φίδι
δεν είναι ο ουρανός μηδέ αγγέλου ευφροσύνη.
Σαν τί να προσμένει να πέσει η γαλήνη;
Σ᾿ ανθρώπους κλειστούς που μετρούν τον καημό τους
δεν είναι ουρανός μηδέ ἀγγέλου εὐφροσύνη
τ᾿ αστέρια κρατούν έναν κόσμο δικό τους.

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε νά ῾ναι τα χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει τὸ κυνήγι
εἴταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.

Μη μου μιλάς για τ᾿ αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φώς με την ουρά της
δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πώς έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.

Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά καὶ πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ᾿ εκείνους που έμειναν μ᾿ εκείνους που έφυγαν
μ᾿ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχεῖο.
Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους καὶ τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ᾿ ένα κρεββάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να ῾ρθεῖ, πως τον στολίζουν
μ᾿ άσπρα καὶ μαύρα ρούχα μὲ πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πώς ετοιμάζεται να ῾ρθεί να μ᾿ αποχαιρετήσει

ή μία γυναῖκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πώς ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ᾿ τη σκάλα.

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.

Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου 2012

Αυτή η ποίηση, η πολύ συγκεκριμένη...

Το πρόβλημα με τις αντωνυμίες

Λέμε εμείς κι εννοούμε εγώ
λέμε εσύ κι εννοούμε πάλι εγώ

λέμε αυτός κι εννοούμε πάλι εγώ.
Στην ουσία μόνο με το εγώ
μπορούμε να εννοήσουμε
κάποιον άλλο.

Τίτος Πατρίκιος "Αντικριστοί Καθρέφτες"

Άτιτλο (Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις...)
VI
Εγώ δεν είμαι μόνο αυτός που βλέπεις, αυτός που ξέρεις
δεν είμαι μόνο αυτός που θα 'πρεπε να μάθεις.
Κάθε επιφάνεια της σάρκας μου και κάπου τη χρωστάω,
αν σ' αγγίζω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ' αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι,
αν σου μιλήσει μια λέξη μου
σου μιλάνε εκατομμύρια άνθρωποι
Αν σ' αγγίξω με την άκρη του δαχτύλου μου
σ' αγγίζουν εκατομμύρια άνθρωποι –
θ' αναγνωρίσεις τ' άλλα κορμιά που πλάθουν το δικό μου;
θα βρεις τις πατησιές μου μες σε μυριάδες χνάρια;
θα ξεχωρίσεις την κίνησή μου μες στη ροή του πλήθους;
Είμαι κι ό,τι έχω υπάρξει και πια δεν είμαι –
τα πεθαμένα μου κύτταρα, οι πεθαμένες
πράξεις, οι πεθαμένες σκέψεις
γυρνάν τα βράδια να ξεδιψάσουν στο αίμα μου.
Είμαι ό,τι δεν έχω γίνει ακόμα –
μέσα μου σφυροκοπάει η σκαλωσιά του μέλλοντος.
Είμαι ό,τι πρέπει να γίνω –
γύρω μου οι φίλοι απαιτούν οι εχθροί απαγορεύουν.
Μη με γυρέψεις αλλού
μονάχα εδώ να με γυρέψεις
μόνο σε μένα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τίτος Πατρίκιος – Ποιήματα, II [1953-1959] (Εκδόσεις Κέδρος, 1998)


Όταν κοπάζει ο θόρυβος
Για το ψωμί, το δίκιο, την αλήθεια, ίσως και να μη φτάνει μια ζωή.
Μα τη ζωή μου την ένιωσα ζωή μες στον αγώνα, αδέλφια.
Και για να μάθω να μιλώ, όταν ο τρόμος τα στόματα βουβαίνει
Να μάθω να ανορθώνομαι, όταν θεριεύει ο θάνατος
Για να μπορώ τα ίδια τα λάθη μας να αντέχω
πόσες αδυναμίες έπρεπε να κατανικήσω,
με πόσες πρέπει κάθε στιγμή να αντιπαλεύω.
Όμως μονάχα τούτη την αδυναμία, συγχωρήστε μου,
όταν κοπάζει ο θόρυβος και μένω μοναχός με ένα μου αγαπημένο πρόσωπο
για την αγάπη του που ολόκληρος διψάω δεν μπορώ ν' αγωνιστώ.
Αν την επιδιώξω τη χάνω.
Αν τη διεκδικήσω τη σκοτώνω.
Αδέλφια μου συγχωρήστε με, μα η αγάπη που πιο βαθιά γυρεύω, πρέπει να μου δοθεί μονάχη.

Τίτος Πατρίκιος
Από τη συλλογή "Μαθητεία ξανά" (1991)

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Επιστροφή στον Κήπο...του Μεγάρου

Τετάρτη απόγευμα στο κέντρο της Αθήνας και μάλιστα σ' ένα πολύ ωραίο μέρος, στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής. Προχωρώντας από την είσοδο προς τον κήπο πίσω από το κτήριο του Μεγάρου, ξεχνάς την κίνηση, τη φασαρία, την πόλη. Όλα γίνονται πιο γαλήνια, το πράσινο γεμίζει το βλέμμα και ξαφνικά βλέπεις το πλέον απρόσμενο. Εκατοντάδες άνθρωποι καθισμένοι οκλαδόν πάνω στο γρασίδι κι άλλοι όρθιοι παρακολουθούν την απονομή των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού "Διαβάζω" με συντονιστή των διευθυντή του περιοδικού Γιάννη Μπασκόζο. Το βραβείο για πρωτοεμφανιζόμενο ποιητή απονέμει η Κική Δημουλά. Ο νεαρός άνδρας, Γιάννης Δούκας,  πλησιάζει, παίρνει το βραβείο, την ευχαριστεί για τα καλά λόγια που είπε κι εκείνη τον ρωτά "η μάνα σου πού είναι;". Ακούγονται αυθόρμητα γέλια.
Η απονομή τελειώνει κι έρχεται η ώρα για την ποιητική συνάντηση με κέντρο τον Καβάφη και πώς επηρέασε τους ξένους ποιητές. Οι ποιητές που διαβάζουν τα ποιήματα έχουν αναλάβει από μια ενότητα ο καθένας. Συντονίζει, για την ακρίβεια έδωσε έναν πρώτο χαιρετισμό και άφησε το μικρόφωνο στους ποιητές, ο Νάσος Βαγενάς, καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ποιητής.
Πρώτος ξεκινά ο Γιάννης Δάλλας, συνεχίζει η Κική Δημουλά με την ενότητα "η άλλη Ιθάκη". Πριν ξεκινήσει λέει πως πολλοί έχουν πει αναφερόμενοι στην ποίησή της πως μέσα της ακούγεται ακόμη η φωνή του Καβάφη, αλλά δεν μπορεί να το κρίνει εκείνη αυτό. Η Κική Δημουλά είχε τα γενέθλιά της και μάλιστα ο υπεύθυνος του Μεγάρου της ευχήθηκε από μικροφώνου. Να είναι πάντα γερή και δημιουργική να μας γεμίζει συναισθήματα με λόγια και στίχους.
Έρχεται η σειρά του Τίτου Πατρίκιου, η αγαπημένη μου στιγμή. Ανεβαίνει στο βήμα και ξεκινά λέγοντας πως πέρσι τέτοιο καιρό ήταν πάλι στο ίδιο μέρος με την Κική Δημουλά. Κι είναι πάλι εδώ, ένα χρόνο μετά, πέρασε κιόλας ένας χρόνος, άρα καλά πάμε, ε; καταλήγει και εμείς γελάμε και χειροκροτούμε. Μας ενημερώνει πως έχει αναλάβει την ενότητα με το ποίημα που είχε αποστηθίσει ως παιδί. Αστειεύεται πως αυτό ήταν προ αμνημονεύτων ετών, τόσο παλιά. Γελάμε, έχει μια αφοπλιστική γλυκύτητα κι ένα χιούμορ αγέραστο. Ντροπαλά δηλώνει πως και τώρα από μνήμης θα το πει, δεν το έχει μαζί του γραμμένο. Ζητά να σημειώνουμε αν κάνει κάποιο λάθος, αλλά αν γίνεται όχι τιμωρητικά. Ξαφνικά η ατμόσφαιρα έχει μια γλύκα, μια τρυφερότητα ανεπιτήδευτη. Έχει πια σκοτεινιάσει, η δροσιά γίνεται ψύχρα, οι πρώτες ζακέτες βγαίνουν από τσάντες, φεύγουν απ' τα χέρια και φοριούνται. Κι ο Τίτος Πατρίκιος απαγγέλλει "Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον". Από μνήμης. Κοιτώντας το κενό, με φωνή σταθερή, κάνοντας τις απαραίτητες παύσεις, με συγκινησιακή φόρτιση -και λόγω περιεχομένου- κι όσο τον ακούω και τον παρακολουθώ τα μάτια μου βουρκώνουν. Ευτυχώς, έχει βραδιάσει κι όλοι τον ακούν χωρίς να παίρνουν ανάσα, κανείς δεν με βλέπει.
Φτάνει στο σημείο "σαν έτοιμος από καιρό", παύση, "σαν θαρραλέος", σιωπή. Και τα μάτια γεμίζουν δάκρυα, γιατί σου απαγγέλλει Καβάφη ο Τίτος Πατρίκιος, ο άνθρωπος που πέρασε εξορία και τόσα δεινά κι είναι σήμερα εδώ με μια γλύκα που δεν φανερώνει τις δυσκολίες. Νίκησε τη σκληρότητα που θα μπορούσε να γίνει δεύτερη φύση του κι έγραψε ποίηση που κάνει την καρδιά να κλαίει, να γελά, να ταυτίζεται, να ελπίζει, να κατανοεί. Το έχω ανάγκη σήμερα, το έχουμε ανάγκη όλοι στην εποχή που διανύουμε. Είναι κάτι που θαυμάζω και με κάνει να εκτιμώ ακόμη περισσότερο την αξία του. Μας διαβάζει ποιήματα αφιερωμένα στον Καβάφη και το συγκεκριμένο έργο, από έξι ξένους ποιητές. Εξαιρετικός, οποιαδήποτε άλλα σχόλια περιττεύουν.
Ακολουθεί ο κύπριος ποιητής Κυριάκος Χαραλαμπίδης, δεν τον γνώριζα, αλλά ήταν πολύ ενδιαφέρων. Είχε την ενότητα "Περιμένοντας τους βαρβάρους", τόσο επίκαιρο αυτό το ποίημα. Έκανε έναν παραλληλισμό μεταξύ Ελλήνων και Κύπριων, πόσα έχουμε αντέξει και ότι τελικά θα τα καταφέρουμε να κερδίσουμε τις μάχες, είναι μέσα μας μαζί με όλα τα στραβά. Το πιο εντυπωσιακό ποίημα που διάβασε ήταν αυτό με τους Μαορί που περιμένουν τους δυτικοευρωπαίους να τους σώσουν κι αντ' αυτού γίνονται όλο και πιο ακραίοι, όλο και πιο βίαοι, αλλά ποτέ δεν πηγαίνουν να τους βοηθήσουν κι ας περιμένουν εκείνοι. Ξαφνικά οι βάρβαροι περιμένουν τους πολιτισμένους, αλλά ποιος είναι τί τελικά;
Κλείνει ο Δημήτρης Μαρωνίτης που πιο ελεύθερα διαβάζει διάφορα ποιήματα ξένων πάνω σε διαφορετικά έργα του Καβάφη.
Η βραδιά κλείνει και παίρνουμε το δρόμο να φύγουμε. Η ψυχρούλα γίνεται κρύο, αλλά μια βαθιά ηρεμία, πραότητα κι αίσθημα ευδαιμονίας μ' έχει κατακλύσει. Πόσο ωραία πράγματα γίνονται και πόσο πιο συχνά θα έπρεπε να συμβαίνουν!
Ανταμείφθηκα, μιας και ακύρωσα μάθημα για να πάω και μάλιστα μόνη μου. Αυτό σημαίνει περνάω δημιουργικά και υπέροχα χρόνο με τον εαυτό μου μόνη παρέα.
Πέρυσι είχα μάθει για την ποιητική συνάντηση των Δημουλά-Πατρίκιου την αμέσως επόμενη μέρα από την εκδήλωση κι είχα στεναχωρηθεί πάρα πολύ. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι την επόμενη χρονιά θα πήγαινα οπωσδήποτε. Το έμαθα τυχαία την Τρίτη κι ακύρωσα το μάθημα για να καταφέρω να βρεθώ στον κήπο του Μεγάρου. Ήταν μια υπέροχη βραδιά, γεμάτη ποίηση, ταξίδι, γλυκύτητα, γνώση και χαρά.
Κι ένιωσα το μεγαλείο του ανθρώπου που έχοντας ζήσει τη βία, το διωγμό, την καταπίεση, τον πόλεμο, την εξορία, το φασισμό και τη δικτατορία, αρνείται να πιστέψει πως λύση είναι η σκληρότητα, το μίσος, ο διχασμός κι η βία. Πιστεύει στο διάλογο, στην κατανόηση, στην ελευθερία, στη δημοκρατία, στο σεβασμό στη ζωή. Μεγαλείο σπάνιο καθώς φαίνεται, γι' αυτό κι ανεκτίμητο.
Διαβάστε το ποίημα που με συγκίνησε και φανταστείτε να σας το διαβάζει ο Τίτος Πατρίκιος.

Απολείπειν ο θεός Aντώνιον
Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές—
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανωφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου·
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που χάνεις.

                                                                          Κ.Π. Καβάφης

Αν θέλετε να δείτε σε ποιους απονεμήθηκαν τα βραβεία του περιοδικού "Διαβάζω" μπορείτε στον παρακάτω σύνδεσμο:
 http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=461086

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Καλωσήρθες ποιητική άνοιξη...

Σήμερα μπήκαμε επισήμως στην Άνοιξη, σ' αυτή την υπέροχη εποχή του χρόνου. Αυτή η ημερομηνία ωστόσο δεν σηματοδοτεί μόνο την έλευση της γλυκιάς αυτής εποχής, αλλά είναι και Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης...αλλά και του Ύπνου.
Με αφορμή αυτή τη μέρα της Ποίησης, νομίζω πως επιβάλλεται να μοιραστούμε όμορφα λόγια, βαθιά αισθήματα, μικρά νοητά ταξίδια...

Αυτός που σωπαίνει

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που…


Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ’ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ’ τους μεγάλους στεναγμούς…


Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια


Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από που ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;


Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…


Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…


Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…


Συμφωνία αρ. 1

Ύστερα είδαμε πως δεν ήτανε πρόσωπα
μα οι σιωπηλές χειρονομίες του ηλιοβασιλέματος…
σαν ένας θεός που τον ξέχασαν κι από το βάθος του χρόνου
καλούσε βοήθεια.

O ουρανός αμίλητος και σταχτύς
το ίδιο αδιάφορος και για τους νικητές και για τους νικημένους.
Eίδες ποτέ σου μες στα μάτια των νικημένων στρατιωτών
την πικρή θέληση να ζήσουν!


Η δυστυχία σε κάνει πάντα να αναβάλεις – έφυγε η ζωή.
οι φίλοι είχαν χαθεί
κι οι εχθροί ήταν μικρόψυχοι για να μπορείς να τρέφεσαι απ’ το μίσος σου…

…και τα μάτια σου βουρκώνουν, θαμπωμένα ξαφνικά
απο τους παλιούς λησμονημένους θεούς και τις παντοδύναμες
παιδικές ευπιστίες…


Πάνω στα υγρά τσαλακωμένα σεντόνια μαραίνονταν το γέλιο
των αγέννητων παιδιών…
και σμίγουν και χωρίζουν οι άνθρωποι
και δεν παίρνει τίποτα ο ένας απ’ τον άλλον.

Γιατί ο έρωτας είναι ο πιο δύσκολος δρόμος να γνωριστούν.

Γιατί οι άνθρωποι, σύντροφε, ζουν απο τη στιγμή
που βρίσκουν μια θέση
στη ζωή των άλλων.

Kαι τότε κατάλαβες γιατί οι απελπισμένοι
γίνονται οι πιό καλοί επαναστάτες.

Και μένουμε ανυπεράσπιστοι ξαφνικά, σαν ένα νικητή
μπροστά στο θάνατο
ή ένα νικημένον αντίκρυ στην αιωνιότητα…


Mεγάλες λέξεις δε λέγαν πια τίποτα και τις πετούσαν στους
οχετούς.

Α, εσύ δεν είδες ποτέ το ίδιο το χέρι σου να σε σημαδεύει αλύπητα
απ’ το βάθος των περασμένων.


…Θέ μου πόσο ήταν όμορφη
σαν ένα φωτισμένο δέντρο μια παλιά νύχτα των Xριστουγέννων…

Συχώρα με, αγάπη μου, που ζούσα πριν να σε γνωρίσω.
Μισώ τα μάτια μου που πια δεν καθρεφτίζουν τό χαμόγελό σου…

Η πλατεία θα μείνει έρημη
σα μια ζωή που όλα τάδωσε, κι όταν ζήτησε κι αυτή
λίγη επιείκεια
της την αρνήθηκαν.

Χωρίς όνειρα να μας ξεγελάσουνε και δίχως φίλους πιά
να μας προδώσουν…

Γιατί οι άνθρωποι υπάρχουν απ’ τη στιγμή που βρίσκουνε
μια θέση
στη ζωή των άλλων.
Ή
ένα θάνατο
για τη ζωή των άλλων…

[Απόσπάσματα]
                              Τάσος Λειβαδίτης


Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω, χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς – πόσο γυμνός ακόμα θα ‘θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.

Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις – κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.

                                Τίτος Πατρίκιος

Κυριακή 7 Αυγούστου 2011

Παράξενες καλοκαιρινές διαθέσεις, εσωτερικές...

"Όταν σε περιμένω"

Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
ο νους μου πάει στους τσαλακωμένους,
σ' αυτούς που ώρες στέκονται σε μιαν ουρά,
έξω από μια πόρτα ή μπροστά σ' έναν υπάλληλο
κι εκλιπαρούν με μια αίτηση στο χέρι
για μία υπογραφή, για μία ψευτοσύνταξη.
Όταν σε περιμένω και δεν έρχεσαι,
γίνομαι ένα με τους τσαλακωμένους.

"Ενός λεπτού σιγή"

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας
κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά,
έναν ώμο ν᾿ ακουμπάτε την πίκρα σας,
ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,
κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχία σας,
έστω και μία φορά;
Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή
για τους απεγνωσμένους;

                       (από τη Συλλογή: «Ανυπεράσπιστος Καημός»)

"Τέλος"

Τώρα που βρήκα πια μίαν αγκαλιά,
καλύτερη κι απ᾿ ό,τι λαχταρούσα,
τώρα που μου ῾ρθαν όλα όπως τα ῾θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.
                                                         
Ντίνος Χριστιανόπουλος

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

"Το μόνο πράγμα που θα απομείνει"

Όταν τελειώσει η ύλη
όταν τελειώσει ο χρόνος
όταν όλα τελειώσουν

το μόνο πράγμα που θα απομείνει
στο απέραντο τίποτα που κάποτε
φιλοξενούσε το αχανές σύμπαν

θα είναι η αγάπη
η απέραντη αγάπη

που είχα δει
εκείνη τη μέρα

στο χαμόγελό σου

Phlip Larkin

Υ.Γ. Τελικά, όταν δεν έχεις διάθεση να αναλύσεις την παράνοια του κόσμου που μας περιβάλλει, γιατί τα λόγια δεν αρκούν, μόνο η ποίηση μπορεί να δώσει τη λύση. Την αγάπη...

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Πρωταπριλιά...


Καλό μήνα και μακριά από ψέματα, η ζωή μας είναι τόσο γεμάτη από ψέματα που ντύνονται πραγματικότητα, που αυτή τη μέρα του χρόνου ας πάμε κόντρα στο κατεστημένο. Άλλωστε, μπορούμε να κάνουμε ό,τι θέλουμε, δική μας η απόφαση, δική μας κι η ζωή.


"Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε,
Κι όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα Σα κλειούνε."


Διονύσιος Σολωμός (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι)


Η ΤΑΦΗ ΤΟΥ ΝΕΚΡΟΥ

Ο Απρίλης είναι ο σκληρότερος μήνας, γεννώντας
Πασχαλιές μεσ΄ από τη νεκρή γη, σμίγοντας
Θύμηση κι επιθυμία, αναδεύοντας
Ρίζες νωθρές μ΄ ανοιξιάτικη βροχή.


Τόμας Στερν Έλιοτ (Η Ρημαγμένη Γη)

Αφού έχει γίνει συνήθεια, ας ακούσουμε ένα τραγούδι με τίτλο "Απρίλη μου", μια δημιουργία του Μίκη Θεοδωράκη, σ' αυτή την εκτέλεση με τη φωνή της Μαρίας Φαραντούρη:
http://www.youtube.com/watch?v=kR7dugpBvgc&feature=related

Σας εύχομαι -και μας εύχομαι- έναν υπέροχο, εξαιρετικό, χαρούμενο, φωτεινό, αισιόδοξο, γεμάτο αγάπη και κέφι Απρίλη! Καλό μήνα!

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Δύο σταγόνες ποίησης...

ΑΣΥΜΒΙΒΑΣΤΑ

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.
Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.



ΑΥΤΟΣΥΝΤΗΡΗΣΗ

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία
ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.
Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.
Κική Δημουλά