Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Κάτι σπουδαίο γίνεται τα Σαββατοκύριακα στο "104"...

Στο Black Box του "104" κάθε Σαββατοκύριακο συμβαίνει κάτι καταπληκτικό, με μόνη βεβαιότητα πως δεν θα φύγετε ασυγκίνητοι και απογοητευμένοι.
Ο Χάρης Αττώνης είναι ένα υπέρ-ταλαντούχο πλάσμα, η ερμηνεία του στην παράσταση "I am my own wife" το αποδεικνύει περίτρανα. Επί μιάμιση ώρα βρίσκεται στη σκηνή, μια ανάσα από τους θεατές και ερμηνεύει με ταχύτατες εναλλαγές μια πλειάδα ρόλων, εντελώς διαφορετικών χαρακτήρων, αλλά και διαφορετικού ύφους. Φορά ένα μαύρο φόρεμα και μια διπλή σειρά πέρλες στο λαιμό και με αυτή την αμφίεση υποδύεται ναζί, αξιωματικούς της Στάζι, τον φασίστα πατέρα του, την ομοφυλόφιλη θεία του, τον φίλο του, άντρες, γυναίκες, χωρίς να υπάρξει ούτε μία στιγμή που να τραβήξει το ρούχο την προσοχή σου από την ερμηνεία.
Ταλέντο, αδιαμφισβήτητα και αδιαπραγμάτευτα. Και σεβασμός από τον ηθοποιό (Χάρης Αττώνης) και τον σκηνοθέτη και μεταφραστή της παράστασης (Ιωσήφ Βαρδάκης) προς το έργο και την προσωπικότητα της Σαρλότε.
Ο Λόθερ γεννιέται το 1928 στο Βερολίνο, η εφηβεία τον βρίσκει εν μέσω πολέμου και με την συνειδητοποίηση ότι θέλει να είναι γυναίκα. Ο πατέρας είναι βίαιος, η μητέρα υποφέρει. Ο πόλεμος θα είναι μια προσωρινή λύση. Οι γυναίκες και τα παιδιά απομακρύνονται από την πόλη λόγω των συνεχόμενων βομβαρδισμών. Καταφεύγουν στην Ανατολική Πρωσία, στο σπίτι της θείας του.
Ο Λόθερ θα αναγκαστεί να γυρίσει στο πατρικό, όταν η μητέρα του λαμβάνει γράμμα πως το σπίτι τους θα παραχωρηθεί στις οικογένειες που έμειναν άστεγες εξαιτίας των καταστροφών από τους βομβαρδισμούς. Πρέπει να γυρίσει για να τακτοποιήσει το σπίτι και να κάνει χώρο. Τότε είναι που θα σκοτώσει τον πατέρα του.
Από εκείνη τη στιγμή γίνεται η Σαρλότε.
Θα περάσει πολλά μέχρι να φτιάξει το μουσείο της, το οποίο στο υπόγειο θα φιλοξενεί ένα από τα θρυλικότερα gay bar της εποχής, το οποίο γκρέμισαν οι Ρώσοι. Μία ημέρα, όμως, πριν συμβεί αυτό, αγόρασε όλα όσα υπήρχαν μέσα και τα μετέφερε στο υπόγειο του μουσείου. Εκεί, άρχισε να λειτουργεί κάθε Κυριακή απόγευμα. Ήταν ένα καταφύγιο για τους ομοφυλόφιλους που δέχονταν κυνηγητό από τις αρχές.
Η Στάζι θα την πλησιάσει και θα απαιτήσει την συνεργασία της, να καταδίδει τους θαμώνες και φίλους. Ποτέ δεν έγινε ξεκάθαρο αν ήταν κάτι που έκανε από εξαναγκασμό ή επειδή το ήθελε, ωστόσο, είχε παραδεχτεί ότι πράγματι συνέβη.
Λίγο πριν μετακομίσει στη Σουηδία, δημιουργήθηκε σκάνδαλο με την δημοσιοποίηση του φακέλου της στη Στάζι. Το παράσημο που της είχε απονεμηθεί για την προσφορά της στην προστασία των ομοφυλόφιλων, έγινε, ξαφνικά, αντικείμενο έριδας. Κάποιοι υποστήριζαν πως έπρεπε να της το πάρουν πίσω, άλλοι πως δεν έπρεπε να πιστέψουν όσα γράφονται στα αρχεία της Στάζι. Οι ειδήσεις, οι εφημερίδες, οι εκπομπές, όλοι μιλούσαν, είχαν άποψη και ήθελαν να φιλοξενήσουν την ίδια τη Σαρλότε.
Επέστρεψε το 2002 στη Γερμανία, όπου και πέθανε μέσα στο μουσείο της, μόνη, από ανακοπή.
Τα φώτα σβήνουν...
Ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που ρυθμίζει τον ήχο, το φωτισμό, τις εικόνες που προβάλλονται απ' τον προτζέκτορα, παρακολουθώντας τον Χάρη από ένα μικρό παράθυρο.
Η δουλειά που έχει γίνει είναι σίγουρα πολύ προσεγμένη, σκληρή και απαιτητική, όσο απαιτητική είναι και η ίδια η παράσταση. Το γεγονός πως βρίσκεται μόνος στη σκηνή, με μία καρέκλα, ένα σκαμπό κι ένα γραμμόφωνο, πως πρέπει να θυμάται τόσα λόγια, να εναλλάσσονται οι χαρακτήρες και οι σχεδόν χορογραφημένες κινήσεις σε κλάσματα δευτερολέπτου και μάλιστα, να σε κάνει να ξεχνάς όλα τα υπόλοιπα -ρούχα, χώρο κλπ- και να σε παρασύρει η ερμηνεία και η εκάστοτε προσωπικότητα που ενσαρκώνει, είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακό. Είναι αξιέπαινο, μαγικό και συγκινητικό.
Ο τρόπος που προσεγγίζει την Σαρλότε έχει μια τρυφερότητα που δεν μπορεί να σ' αφήσει αδιάφορο. Περπατά επιδέξια πάνω στο τεντωμένο σκοινί αυτής της ερμηνείας, καταφέρνοντας να μην παρουσιάσει μια καρικατούρα. Ακόμη και στις κωμικές στιγμές, οι αντιδράσεις και οι κινήσεις είναι μετρημένες, χωρίς να ξεπερνούν τα όρια. Υποδειγματική ερμηνεία από έναν εξαιρετικό ηθοποιό, τον Χάρη Αττώνη.
Αυτή η παράσταση δεν διδάσκει, δεν θέλει να δικαιώσει, δεν υπερασπίζεται κάτι. Παρουσιάζει την πολυτάραχη κι ενδιαφέρουσα ζωή ενός ιδιαίτερου ανθρώπου που κατάφερε να επιβιώσει σε τόσο δύσκολες κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά εποχές. Μας δείχνει πόσο φοβίζει το διαφορετικό, αλλά και πόσο μπορεί να μας σαστίσει -μέχρι να μας δώσει αφορμή να επιτεθούμε.
Η Σαρλότε ήταν ένας άνθρωπος που, απλώς, πάλευε διαρκώς για να επιβιώσει, όπως μπορούσε. Ως εκεί.
Αν δεν την έχετε ήδη παρακολουθήσει, σας την προτείνω ανεπιφύλακτα και με πολύ μεγάλο ενθουσιασμό, διότι το αξίζει. Μέχρι μέσα Ιανουαρίου θα παίζεται στο Black Box του 104, κάθε Σάββατο και Κυριακή.

"I Am My Own Wife" του Doug Wright

Black Box "104", Ευμολπιδών 41, Γκάζι
Τηλ. 210 34 55 020

Συντελεστές:
Μετάφραση-Σκηνοθεσία: Ιωσήφ Βαρδάκης

Σκηνικά: Ρεβέκκα Μουστάκη-Ζέη
Κοστούμια: Χριστίνα Σκαρπέλη
Μουσική: Μαριέττα Φαφούτη
Στίχοι Τραγουδιού: Δημήτρης Δημόπουλος
Artwork: Κωνσταντίνος Μπελιάς
Φωτογραφίες: Θάνος Χούτος
Βοηθός Σκηνοθέτη: Πελαγία Μπότση

Ερμηνεύει ο Χάρης Αττώνης



Πέμπτη 14 Ιουνίου 2012

Μια λαμπερή βραδιά...

Ένα πολύ όμορφο βράδυ Τρίτης περάσαμε στο 104 Κέντρο Λόγου και Τέχνης των εκδόσεων Καστανιώτη.
Η Αμάντα Μιχαλοπούλου παρουσίασε το νέο της βιβλίο, μια συλλογή διηγημάτων, με τίτλο "Λαμπερή Μέρα", με έναν ιδιαίτερο και πολύ ευχάριστο τρόπο. Τρία διηγήματα ανέγνωσαν και έπαιξαν στη σκηνή του θεάτρου ο Γιώργος Πυρπασόπουλος και η Αλεξάνδρα Αϊδίνη.
Στο κέντρο της σκηνής βρίσκονταν ένα μακρόστενο τραπέζι καλυμμένο με κόκκινο τραπεζομάντιλο, δύο σερβίτσια και δύο ποτήρια λευκό κρασί. Πίσω τους η λαμπερή (καθόλου τυχαία επιλογή επομένως) Μαριέττα Φαφούτη έπαιζε πιάνο ντύνοντας μουσικά τις σκηνές και τραγούδησε ΄κάποια από τα τραγούδια της στο ενδιάμεσο των διηγημάτων.
Μόλις ολοκληρώθηκε η αυτή η ενότητα το τραπέζι άδειασε και έλαβαν θέσεις η συγγραφέας Αμάντα Μιχαλοπούλου και ο δημοσιογράφος-συγγραφέας Ηλίας Μαγκλίνης, ο οποίος αφού έκανε μία ιδιαιτέρως όμορφη και εγκωμιαστική εισαγωγή, έθεσε ερωτήματα προς απάντηση.
Πώς αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα μετά από επτά χρόνια στη Γερμανία, αλλά και πώς έφυγε εξαρχής. Η απάντηση απλή(για έναν συγγραφέα), ήθελε να μείνει για έναν χρόνο στη Γερμανία ώστε να γράψει τι βιβλίο εκεί που διαδραματιζόταν η ιστορία. Αποτέλεσμα αυτής της...μετακόμισης φυσικά το βιβλίο. Η επιστροφή απλώς συνέβη, δεν υπήρξε δεύτερη σκέψη, απλώς έγινε.
Τα ταξίδια είναι κομμάτι της ζωής της, αν έχει πολύ καιρό να ταξιδέψει νιώθει πως κάτι κακό συμβαίνει, κάτι δεν πάει καλά. Είναι και μέρος της δημιουργικής διαδικασίας, γράφει πάντα όταν βρίσκεται σε άλλο σημείο της Γης, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού.
Η κόρη της έθεσε νέα όρια στον τρόπο που γράφει. Λόγω έλλειψης χρόνου, καθώς έπρεπε να φροντίζει το μωρό της, δεν μπορούσε να γράψει ένα μυθιστόρημα, μια μεγάλη ολοκληρωμένη ιστορία κι έτσι άρχισε να γράφει διηγήματα. Όπως πολύ χαρακτηριστικά είπε, πολλές φορές όταν σου θέτουν όρια στο πώς θα γράψεις, ανοίγονται ορίζονται και βλέπεις επιλογές που ούτε καν είχαν περάσει απ' το μυαλό σου.
Το βιβλίο είναι αφιερωμένο σ' έναν φίλο που έχασε. Είναι κι ένας τρόπος να διαχειριστεί την απώλεια, αν και η χρονική στιγμή την βρίσκει στο μέσον. Κοντά στη μέση ηλικία αρχίζεις να βλέπεις τις προηγούμενες γενιές να "φεύγουν" και ξαφνικά οι συνομήλικοι να παθαίνουν ατυχήματα πολύ συχνότερα και πολύ περισσότερα. Κι αυτό σε βάζει σε μια διαδικασία ν' αρχίσεις ν' αποδέχεσαι ότι δεν θα ζήσεις για πάντα, αλλά ν' αποδεχτείς και τον ίδιο το θάνατο.
Άλλωστε όταν ο Ηλίας Μαγκλίνης τη ρώτησε τί σκέφτεται μόλις ακούει τη λέξη χωρισμός, η απάντηση ήταν "αποχωρισμός", γιατί αυτό έχει κάτι ακόμη πιο σκληρό, ότι αποκόβεσαι από κάτι ή κάποιον. Οριστικά.
Έχουν περάσει 18 χρόνια από τότε που βγήκε το πρώτο της βιβλίο, "Έξω η ζωή είναι πολύχρωμη". Αυτό το "έξω" είναι το σημαντικό, όχι εκεί που ζουν οι ήρωες, αλλά έξω, γιατί είναι βέβαιο ότι υπάρχει, απλώς κάπου αλλού, με την ελπίδα να το βρουν. Αυτό ισχύει και στο ομώνυμο διήγημα του βιβλίου "Λαμπερή μέρα". Ελπίζουν ότι θα έρθει μια τέτοια μέρα, δεν την ζουν. Είναι κάπως περίεργο, κρύβει μια αισιοδοξία μέσα στην απαισιοδοξία και και το αντίστροφο. Το "αύριο", άλλωστε, στα κινέζικα σημαίνει "λαμπερή μέρα", για αυτό το λαό, το αύριο, το μέλλον φαντάζει λαμπρό, έχει μια βαθιά αισιοδοξία. Ασχέτως του αν όταν φτάνει είναι όντως λαμπρό.





 Όλα της τα βιβλία έχουν κάτι το μεταφυσικό, μ' έναν τρόπο που μπαίνει και μοιάζει φυσικός μέσα στην ιστορία, αλλά αυτή τη φορά ετοιμάζει κάτι που ξεφεύγει από κάθε έννοια ρεαλισμού, κάτι πολύ διαφορετικό απ' όσα έχει γράψει μέχρι στιγμής.
Το "αύριο" στα κινέζικα σημαίνει "λαμπερή μέρα", για αυτό το λαό, το αύριο, το μέλλον φαντάζει λαμπρό, έχει μια βαθιά αισιοδοξία.
Ερωτήσεις το κοινό δεν θέλησε να κάνει, είχαν ειπωθεί όσα έπρεπε κι έτσι η συνέχεια είχε κρασί και μεζεδάκια με πολύ-πολύ κόσμο και πολλή-πολλή ζέστη!
Η Μαριέττα κατεβαίνει -αιθέρια πάντα- τα σκαλιά, αγκαλιαζόμαστε, φιλιόμαστε, κάνουμε αέρα, ανακατευόμαστε με τους ανθρώπους, συγγραφείς, ηθοποιούς, τραγουδιστές, αναγνώστες και θαυμαστές, δημοσιογράφους, σε μια γωνιά η Αμάντα Μιχαλοπούλου υπογράφει το βιβλίο της κι ο κόσμος πηγαινοέρχεται. Η Θεμιστοκλέους εκεί λίγο πριν το λόφο του Στρέφη γεμάτη κόσμο, νεαρόκοσμο γεμάτο κέφι και ζωντάνια, μεσήλικοι ντυμένοι πιο σοβαρά, ηλικιωμένες κυρίες και κύριοι που βρήκαν ευκαιρία να βάλουν τα -πολλά- καλά τους ρούχα και να βρεθούν σε έναν χώρο πολιτισμού Τρίτη βράδυ. Ένα ανάμεικτο κοινό αποκομμένο από την τρέλα των ημερών και των ανθρώπων με οικοδέσποινα έναν πολύ γλυκό άνθρωπο.

Υ.Γ. Συγχωρέστε με για τις ...κάπως θολές φωτογραφίες, αλλά δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω φλας, θα ήταν τεράστια αγένεια να χάλαγε μια τόσο όμορφη ατμόσφαιρα.