Δευτέρα, 5 Σεπτεμβρίου 2011

Αναζητώντας την ουσία (ατελέσφορη αναζήτηση)...

Σκέφτομαι πως αν ζούσε σήμερα θα απολάμβανε με ένα μειδίαμα σαρκασμού τη διαχρονικότητα των όσων σατίριζε πριν εκατό περίπου χρόνια. Η ποίηση του να κρύβεται, να παραγκωνίζεται και οι ποιητικές του συλλογές να μην βρίσκουν εκδότη να τις επανεκδώσει, γιατί είναι επιζήμιο κι όχι επικερδές. Στις προθήκες των βιβλιοπωλείων να κοιτούν τον αναγνώστη -και πιθανό αγοραστή- μια σειρά ογκωδέστατων βιβλίων με γυαλιστερά εξώφυλλα, φωτογραφίες που είτε δείχνουν δύο κατακόκκινα γυναικεία χείλη, είτε μια πλάτη, ένα μαχαίρι, ένα ζευγάρι ν' απομακρύνεται, ένα γυμνό κορμί και στην ουσία τους είναι κενά. Κενά περιεχομένου. Χαραμίζεται τόσο χαρτί για το απόλυτο κενό, το απόλυτο τίποτε που όλως περιέργως ζυγίζει πάνω από 1,5 κιλό και φυλλομετρώνται άνω των 500 σελίδων. Το ακόμη πιο παράδοξο είναι πως αυτές οι ιλουστρασιόν εκδόσεις των εύπεπτων (πόσο ειρωνικό!) βιβλίων βρίσκουν ανταπόκριση σε ένα πολύ μεγάλο αναγνωστικό κοινό αριθμώντας πωλήσεις 70.000 και ακόμη περισσότερο. Αν σκεφτεί κανείς πως οι συγγραφείς τέτοιων βιβλίων παράγουν ένα τέτοιου μεγέθους κάθε χρόνο, γίνεται εύκολα αντιληπτό πως δεν μιλάμε για αστείρευτη έμπνευση, αλλά για καθαρή εμπορευματοποίηση μιας από τις πιο ωραίες, δύσκολες και σαγηνευτικές τέχνες, της λογοτεχνίας.
Με το λόγο πρέπει να είμαστε προσεκτικοί, να τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό, όπως και τον αναγνώστη. Δεν χρειάζονται "δύσκολες", σπάνιες και λόγιες λέξεις, το ταλέντο είναι να μπορείς με τις πιο απλές και καθαρές λέξεις να φτιάξεις έναν κόσμο. Να ξέρεις πότε, πού και γιατί χρησιμοποιείς την οποιαδήποτε λέξη και έννοια.
Γεώργιος Σουρής. Δεν ξέρω αν σας λέει κάτι το όνομα, υπήρξε ένας μοναδικός και ιδιαίτερος ποιητής και συγκαταλέγεται σε μια πολύ μικρή και όχι ιδιαίτερα προβεβλημένη ομάδα ποιητών, των σατιρικών. Ο λόγος του ευφυής, ρέει μέσα στο πολιτικό σχόλιο, την ειρωνεία, τη σάτιρα, η πιο εύστοχη πολιτική κριτική συμπτυγμένη σε μερικές στροφές.
Η ποίηση του καθαρή, ο λυρισμός απέχει χωρίς να ξενίζει, γελάς! Κι όμως, μπορεί η ποίηση να σε κάνει να γελάσεις κι όχι λόγω έλλειψης ταλέντου ή έμπνευσης του ποιητή, αλλά επειδή καταφέρνει μέσα στο έμμετρο της ποίησης να ξεφύγει από τα στεγανά και να στηλίτευση την επικαιρότητα και την πραγματικότητά του με έναν τόσο έξυπνο, καυστικό κι απολαυστικό τρόπο που δεν μπορείς να αντισταθείς.
Πριν μερικές μέρες θέλησα να αναζητήσω μια ποιητική συλλογή, την πιο πρόσφατη ανθολογία και έκδοση με τίτλο " Άπαντα τα καλύτερα ποιήματα" του Γεώργιου Σουρή που κυκλοφόρησε το 2002. Πήγα σε μια μεγάλη αλυσίδα βιβλιοπωλείων και μου είπαν ότι δεν κυκλοφορεί πια. Στην ερώτηση μήπως -καθώς είναι ο χώρος τους- ξέρουν πότε και αν θα κυκλοφορήσει, έλαβα την απάντηση "αυτό είναι θέμα εκδότη, αν δεν πουλάει, δεν θα το ξαναβγάλει''. Και έφυγα κοιτώντας στη βιτρίνα τρία σταντ με τα βιβλία της Λένας Μαντά κι ένιωσα μια βαθιά απογοήτευση για το πού έχουμε καταντήσει. "Αν δεν πουλάει..." αυτή η φράση για τον Σουρή! Ακούς εκεί αν δεν πουλάει!
Αλλά ξέχασα, οι εκδότες προτιμούν βιβλία τύπου Μαντά, Δημουλίδου κλπ που "πουλάνε" κι αφήνουν να χαθούν έργα ανθρώπων που στην πάροδο των ετών μοιάζουν πιο φρέσκα από ποτέ και τόσο μα τόσο ενδιαφέροντα ώστε επανέρχεσαι διαρκώς. Δεν έχω πρόβλημα με τις εν λόγω κυρίες, άλλωστε δεν έχω διαβάσει ποτέ έργα τους κι ούτε θα 'θελα για να είμαι ειλικρινής.
Όταν έχεις να διαβάσεις ακόμη άπειρα έργα που σημάδεψαν τη λογοτεχνία, συγγραφείς αναγνωρισμένους ή λιγότερο γνωστούς που η γραφή τους έχει κάτι ουσιαστικό να σου πει και μια καινούργια οπτική να σου δείξει, θεωρώ χάσιμο πολύτιμου χρόνου και κατασπατάληση φαιάς ουσίας να αφιερώσω χρόνο και προσοχή σε κάτι τέτοιο. Κι έγω έχω όντως άπειρα λογοτεχνικά και όχι μόνο έργα που πρέπει να συναντήσω και να μελετήσω, αρνούμαι να τα παραγκωνίσω για έργα 500 και πλέον σελίδων που δεν έχουν τίποτε να μου πουν και να μου δείξουν. Πεντακόσιες σελίδες για ερωτικά δράματα κακής ποιότητας, για ερωτικό πόνο, για σεξουαλικές επαφές κάθε είδους (με ή χωρίς βιαιότητα, γιατί αν δεν έχει και το στοιχείο της επιβολής τί να το κάνεις;! ωχ, Παναγία μου!) και για το μαύρο ριζικό των πρωταγωνιστών που άλλους τους ανεβάζει κι άλλους τους κατεβάζει. Βλέπετε, πρώτον ξέρω κάποιους που τα διάβασαν να δουν τί γραφουν πια κι αυτοί οι άνθρωποι και ... κόντεψαν ν' αυτοκτονήσουν από το περιεχόμενο. Δεύτερον, η αλήθεια είναι πως δεν υπάρχει και καμιά ιδιαίτερη πρωτοτυπία σ' αυτού του είδους τη μυθοπλασία για να είμαστε κι ειλικρινείς, όχι τίποτε άλλο.
Αυτό με θύμωσε πιο πολύ, τα άπαντα του Σουρή 192 σελίδες όλες κι όλες, 8 ευρώ και κάτι ψιλά η τιμή, διαχρονικές οι σκέψεις και οι πολιτικές απόψεις-κρίσεις, ευφάνταστος, πρωτότυπος, ευφυέστατος, με ένα απλό γαλάζιο μαλακό χαρτί για εξώφυλλο και καμιά ιδιαίτερη γραμματοσειρά. Κι όμως, δεν πουλάει, δεν τον αναζητούν, δεν τον αγοράζουν. Ενώ το "Χωρίς χειροκρότημα" που μας έχουν πνίξει οι αφίσες του, μεγαλύτερο σε όγκο κι από το λεξικό του Μπαμπινιώτη (που αυτό όσο να πεις χρειάζεται να είναι έτσι κι είναι κι επένδυση, όχι αστείο) κατά πολύ ακριβότερο (λες και είναι Όσκαρ Ουάϊλντ, Σαίξπηρ, και Ντοστογιέφσκι, μαζί. Λίγη σοβαρότητα, σας παρακαλώ!), με το μικρόφωνο δεκαετίας '50 και μια κόκκινη κουρτίνα στο εξώφυλλο, που του χρόνου όταν κυκλοφορήσει το καινούργιο βιβλίο δεν θα το θυμάται κανείς, πουλάει δεκάδες χιλιάδες...
Πότε πάψαμε ν' αναζητάμε την ουσία; Όχι, δεν θέλω να αρχίσουμε να το παίζουμε όλοι ψευτοκουλτουριάρηδες, δεν είναι ούτε φυσιολογικό ούτε υγιές. Άλλα θα 'θελα να μπορούμε να ξεχωρίσουμε το σημαντικό από το ασήμαντο, το ουσιώδες από το επουσιώδες, το αυθεντικό από το κακέκτυπο, το αυθόρμητο από το προσχεδιασμένο με συνταγές και "βασικά συστατικά". Δεν έχω διαβάσει το Δόκτωρ Ζιβάγκο κι ας το έχω στη βιβλιοθήκη, ούτε την Άννα Κρένινα, είχα πάντα την αίσθηση δυσφορίας όταν τα κοίταζα και δεν με προκαλούσαν να τα διαβάσω. Το παράδοξο είναι πως τα Χριστούγεννα της Α' Γυμνασίου στη βιβλιοθήκη του θείου μου βρήκα το "Όταν ξυπνήσουμε εμείς οι νεκροί" του Ερρίκου Ίψεν, ένα μικρό σε έκταση έργο, αλλά που σ' έκανε να νιώθεις λες και από πάνω σου έχουν συγκεντρωθεί κατάμαυρα σύννεφα έτοιμα να σε πνίξουν στη βροχή. Δεν είναι ένα από τα γνωστά έργα του και δεν μ' ένοιαξε, βρήκα την ευκαιρία να διαβάσω κάτι που μου τράβηξε την προσοχή από έναν συγγραφέα που ήξερα πως είναι αξιόλογος. Τότε αυτό που μουέμεινε ήταν μια θλίψη, σήμερα αναγνωρίζω πως ήταν ένα άνοιγμα σε κάτι ξένο μέχρι εκείνη τη στιγμή, έμαθα να εκτιμώ την αξία και την ποιότητα ακόμη και στο έργο που σου αφήνει μια πικρή και δυσάρεστη γεύση, αλλά που σ' έχει βάλει μέσα σ' αυτό χωρίς την παραμικρή αντίσταση.
Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι... μα γίνονται εξαιτίας τους κι άλλοι πτωχοί και στο πνεύμα και στην ψυχή. Κι αυτοί μακάριοι ουτε είναι ούτε αισθάνονται...
Ένα ιδιαίτερο ποίημα του Γ. Σουρή από περασμένο αιώνα που θα καταλάβετε διαβάζοντάς το πόσο διαχρονικό κι επίκαιρο είναι:

Ὁ σκαρτάδος

Ἕνας σκαρτάδος Βρεττανός προχθές ανέβη μόνος
απάνω ᾿στήν Ἀκρόπολι τη δόξα μας νά ᾿δη,
κι όσο τάς στήλας ἔβλεπε τού θείου Παρθενώνος,
εσυγκινείτο κι  έκλαιε σάν τό μωρό παιδί.

Τόν έπιασε ντελίριο, τόν έσφιξ᾿ η καρδιά του,
κι εστάλαζαν στά μάρμαρα ζεστά τά δάκρυά του.
Κι αμέσως τότε έγραψε μέ φούρκα στό Λονδίνο
῾στήν Ἄνασσα Βικτώρια οπίσω νά μάς δώση
τά όσα εσουφρώθησαν απ᾿ τόν γνωστό Ἐλγίνο,
γιατί αργά ή γρήγορα θέ νά τό μετανιώση.

Αυτά καί άλλα έγραψε ό κύριος σκαρτάδος,
χωρίς γι' αυτό τήν άδεια νά πάρη τής Ἑλλάδος.
Τί διάβολο;... κάθε τρελλός σ' εμάς θά ξεθυμαίνη;
ποιός τούπε τούτου του μουρλού γιά μάρμαρα νά γράψη;
καί άν γυμνός ό Παρθενών κι᾿ ερημωμένος μένη,
θαρρώ κανένας Ἕλληνας γι'  αυτό πώς δέ θά κλάψη.

Εμείς εσυνειθίσαμε σέ τέτοια καί δέν κλαῖμε,
κι εκείνα πού  μάς έκλεψαν οπίσω δεν τά θέμε.

Κι  άν θές ν' ακούσης, Ἄνασσα τών Βρεττανών, κι  εμένα,
τό λάμπον Μεγαλείόν σου θερμώς παρακαλώ,
νά μή μάς στείλη τίποτε απ᾿ όλα τά κλεμμένα,
καί νά βουλώση τό αυτί γιά τούτο τόν τρελλό.

Σέ βεβαιώ, Παντάνασσα, πώς διόλου δέ μάς μέλλει,
κανεὶς δέν τούπε τίποτα, κανένας δέν τά θέλει.

Ὦ Βρεττανέ, τούς Ἕλληνας μήν κλαίς γιά Παρθενώνες,
καί ούτε γράμματα πικρά στήν Ἄνασσα νά στέλλης,
πέρνε σάν τόν Παράσχο μας από τή γη κοτρώνες,
καί στοίβαζε κι ασβέστωνε καί κάνε όσους θέλεις.

Ὅπου πατήσης μάρμαρα, όπου σταθής μνημεῖα,
καί από αρχαιότητας παντού ἐπιδημία.

Κι άν έχης όρεξι νά κλαῖς μέ  όλη τήν καρδιά σου,
γι'  άψυχα μάρμαρα μήν κλαίς καί γιά παληά κεφάλια,
τά ζωντανά αγάλματα γιά κύτταξε μπροστά σου,
κι εμάς νά κλάψης, Βρεττανέ, καί τά κακά μας χάλια.

Τά πύρινά σου δάκρυα γιά μάς δέν πάν χαμένα...
ώ! κλάψε γιά τούς Ἕλληνας, μά κλάψε καί γιά μένα.
Καί στείλε στή Βικτώρια άλλο καινούριο γράμμα,
καί πές της γιά τό χάλι μας καί τήν κακή μας μοίρα,
καί παρακάλει την καί σύ μέ πόνο καί μέ κλάμμα
να στείλη αντί μάρμαρα κανένα κιούπι λίρα,
κανένα παληοκάνονο, κανένα παληοστόλο,
κι᾿αν το θέλη, της χαρίζουμε τόν Παρθενώνα όλο.


Καλή μας εβδομάδα!

Υ.Γ. Κι επιτέλους ας συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είναι απαραίτητο όποιος γράφει κάτι που μπορεί  να μην είναι τίποτε το ιδιαίτερο να προσπαθεί να το εκδώσει κιόλας! Λίγο έλεος στον φτωχό αναγνώστη που μπαίνει σ' ένα βιβλιοπωλείο και τον βομβαρδίζει το ατάλαντο, ανέμπνευστο, κοινότοπο! Αν έχεις σκέψεις, μια δική σου ιστορία κλπ γράψ' τη στον υπολογιστή σου ή φτιάξε ένα blog, μην απαιτείς να χαρακτηριστείς και συγγραφέας. Ας έχουμε έστω λίγη οικολογική συνείδηση, τόσο χαρτί πάει χαμένο! Ουφφφφφφφφ, είπα να παραμείνω ψύχραιμη, αλλά δεν γινόταν να μην το πω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου